Βούλα Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου: Αναμνήσεις από την Νέα Ιωνία του 1955 – Το Λενάκι

Α. Πρόλογος

Οι μοναχικοί άνθρωποι είναι παράξενοι. Παράξενοι μοναχικοί δεν είναι οι  χήρες και οι χήροι, που κάποια στιγμή η ζωή τους άφησε μόνους. Είναι αυτοί που επιλέγουν τη μοναξιά, γιατί δεν συμβιβάζονται με τους άλλους ή γιατί οι άλλοι δεν αντέχουν την αδιαλλαξία τους.

Συνήθως τα παιδιά κεντρίζονται με κάθε τι παράξενο και ενστικτωδώς για να το διερευνήσουν το πολιορκούν και το πειράζουν.

Έτσι οι μοναχικοί  και γενικότερα οι παράξενοι άνθρωποι γίνονταν στις παλιές κοινωνίες βορά του παιδόκοσμου.

Από την μια λοιπόν η διαφορετικότητα του χαρακτήρα τους και από την άλλη τα πειράγματα της ομαδοποιημένης παιδικής σκληρότητας χάραζαν και μορφοποιούσαν την τραγική ή κωμική εικόνα των μοναχικών ανθρώπων της εποχής των μικρών κοινοτήτων της κάθε γειτονιάς.

Μία χαρακτηριστική μορφή μοναχικού ατόμου της οδού Καραολή της Νέας Ιωνίας (ο δρόμος που περνάει από την μία πλευρά της πλατείας με το άγαλμα της Μητέρας) ήταν το Λενάκι.

Β. Το Λενάκι στη δεκαετία του 1950

Το Λενάκι ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, που σε μας τα παιδιά του 1955 φαινόταν τότε γριούλα. Ήταν ψηλή, αδύνατη έως σκελετωμένη, με  κατάλευκο δέρμα, που αναδίπλωνε σε πληθώρα πτυχών και με κορμί στραβωμένο από τα χρόνια. Τα ρούχα της ήταν φτωχά και συντηρητικά, με χρώματα σκούρα ή χλωμά και διακριτικά εμπριμέ, που σημαίνει ότι είχε επίγνωση των χρόνων που κουβαλούσε.

Εκείνο που την έκανε ξεχωριστή, πέρα από την τεράστια μοναξιά της , ήταν ο τρόπος που μιλούσε και συγκεκριμένα η άρθρωση της ομιλίας της. Μιλούσε γρήγορα, μπέρδευε τα λόγια και επαναλάμβανε τις συλλαβές,  έτσι ώστε να βγαίνουν οι λέξεις σαν άναρθρη φωνή, πολλές φορές ακαταλαβίστικη. Αυτός ήταν ο λόγος, που εμείς τα παιδιά της κολλήσαμε σαν παρατσούκλι τον απόηχο επιφωνήματός της «Αϊαϊγιαγιαγιά».

Μοναδική  ανάμνηση της ομιλίας της έμεινε το κατσάδιασμά της στα πειράγματά μας:

– Διόλ -διαολ- διαόλια, τριβόλ -τριβόλ- τριβόλια.

Κάθε αναφορά μας τότε στο πρόσωπό της συνοδευόταν και από χλευασμό με επανάληψη αυτών των δύο λέξεων «διόλ- τριβόλ».

Όμως τις παιδικές συγκυριακές ομάδες, που τις δένει ο ενθουσιασμός και η ομοψυχία της διασκέδασης και τις μετατρέπει σε μικρές «σπείρες» βασανιστών, τις διακρίνει παράλληλα ένα αντικρουόμενο της σκληρότητας του όρου «σπείρα» φαινόμενο. Μεμονωμένα το κάθε παιδί βγάζει γλυκύτητα και ευγένεια. Αντιγράφοντας τους μεγάλους, που την αντιμετώπιζαν με σεβασμό, της αποδίδαμε και εμείς τον ίδιο σεβασμό, όταν μας φώναζε για θελήματα.

Η συνεργασία της με κάθε παιδί ξεχωριστά ήταν άψογη, γιατί ήταν από την πείρα της γνώστης της παιδικής ψυχολογίας. Ήξερε, ότι δεν πρόκειται να αρνηθούμε τις υπηρεσίες μας, ακόμη και αν μέσα μας αναθεματίζαμε την στιγμή, που μας μάγκωνε, αλλά και ήξερε να αμείβει με τα λιγοστά φραγκάκια της την θυσία του πολύτιμου χρόνου μας, από το διαρκές παιχνίδι.

Έβγαινε στην πόρτα της , διάλεγε τον μικρό συνεργάτη της και φώναζε:

-Βουλ Βουλ Βουλ Βουλ  (δηλαδή Βούλα) ή

-Μαιρ Μαιρ Μαιρ Μαιρ (δηλαδή  Μαίρη).

Η Μαίρη είναι η πολύ καλή μου φίλη Λογαρίδου, η οποία θυμάται, ότι στο ερείπιο μιας τσιμεντένιας βρύσης, ο σκύλος της “Αϊαϊγιαγιαγια” έριξε κάτω την μικρή Μαίρη. Η φίλη μου εξομολογείται ότι δεν τόλμησε τότε να παραπονεθεί, γιατί ο σκύλος είχε στην καρδιά της ιδιοκτήτριάς του την θέση λατρεμένου γιου και θα τον δικαίωνε και γιατί το θέλημα που της έκανε η Μαίρη τακτικά μέχρι το ποτοπωλείο του Δουβλίδη για κονιάκ και ούζο αμειβόταν με μιάμιση δραχμή, που θεωρείτο ρεκόρ παιδικού κέρδους από θελήματα. Άλλωστε και η δραχμούλα, που μας έδινε σαν φιλοδώρημα  για τσιγάρα «ΕΘΝΟΣ» ή χύμα δεν ήταν ευκαταφρόνητη.

Η ανάμνηση της Μαίρης δίνει σημαντικά στοιχεία της αναδρομής.

Πρώτα απ’ όλα το Λενάκι έπινε πολύ αλκοόλ και κάπνιζε συστηματικά. Μετά είχε έναν σκύλο μεγαλόσωμο με καφέ πλούσιο τρίχωμα και κακομαθημένο που τον έλεγαν Φριξ και τέλος σχεδόν μπροστά από το παράθυρο της, στο πεζοδρόμιο, υπήρχε ένα τσιμεντένιο κολονάκι ύψους περίπου εβδομήντα πόντους, με τετράγωνη διατομή, αλλά καμπύλη κορυφή, σαν σαμάρι.

Τρεις συνεχόμενες προσφυγικές μονοκατοικίες στην οδό Καραολή, όπως ήταν πριν πενήντα χρόνια (πάνω) και όπως είναι σήμερα (κάτω). Στο πρώτο δωμάτιο δεξιά, κατοικούσε το Λενάκι. Μπροστά από το παράθυρό της στην δεύτερη εικόνα φαίνεται η τσιμεντένια βρύση. (Ζωγραφική Β. Αραμπατζόγλου)

Το κολονάκι αυτό,  παλαιότερα ήταν κοινόχρηστη βρύση. Όταν μπήκε  το δίκτυο νερού στα σπίτια η βρύση στέρεψε και το κολονάκι έγινε το αλογάκι των παιδιών. Θυμάμαι το καλοκαίρι που καβαλούσαμε το ζεστό από τον ήλιο τσιμέντο και είχαμε την ίδια θερμοκρασιακή αίσθηση  που δίνουν τα καπούλια του αλόγου. Καλπάζαμε με την φαντασία και δοκιμάζαμε πιο ολοκληρωμένη  χαρά από τους πραγματικούς ιππείς, γιατί ό,τι κάνεις με την φαντασία είναι και ακίνδυνο.

Για τον Φρίξο εμείς τα παιδιά είχαμε αναπτύξει συναισθήματα κακίας και αντιπάθειας, όχι επειδή διεκδικούσε το κολωνάκι, αλλά γιατί στην δύσκολη εκείνη εποχή, όπου ακόμα και το χάδι ήταν πολυτέλεια, αυτός είχε εξασφαλίσει τη λατρεία, τη στοργή και την αγάπη της κατόχου του, η οποία έφτανε σε ακρότητες και υπερβολές. Κάθε απόγευμα την ίδια ώρα τον έβγαζε, κρατώντας τον από το λουράκι, βόλτα. Κατέβαινε την Καραολή μέχρι το άγαλμα της «Μητέρας», έστριβε στην Οδό Ελ. Βενιζέλου προς την Ηρακλείου μέχρι το ψιλικατζίδικο του Χρίστου Ακιλόγλου με τα «χίλια και δύο είδη» και μετά επέστρεφε από την οδό  Αγίου Βασιλείου.

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής συναντούσε τον πλανόδιο τυροπιτά, από τον οποίο αγόραζε μία καυτή μυρωδάτη τυρόπιτα. Κατόπιν έβγαζε από το στόμα του σκύλου το υποχρεωτικό τότε φίμωτρο και του έδινε να καταβροχθίσει την τυρόπιτα. Ήταν η στιγμή που η ζήλια και η κακία μας για το ζωντανό έφτανε στο αποκορύφωμα. Μια ολόκληρη τυρόπιτα πήγαινε εντελώς χαμένη από κάποιον που δεν μπορούσε να  εκτιμήσει. Εμείς που λόγω εποχής δεν εισπράτταμε τόση φροντίδα από τους δικούς μας, εάν εισπράτταμε αραιά και που κανένα φραγκάκι, το αντίτιμό του σε φαγώσιμο είδος το κρατούσαμε όσο έπαιρνε στον ουρανίσκο μας για να βγάλει σε απόλαυση τα λεφτά του.

Γ. Το Λενάκι πριν από την Μικρασιατική Καταστροφή

Οι μεγάλοι τότε δεν μπορούσαν να μας εξηγήσουν πόσο ανάγκη έχει ένας μοναχικός άνθρωπος από συντροφιά, για μιαν ανάσα ζωής δίπλα του, για την ικανοποίηση της προσφοράς σε ότι αγαπάει. Μας εξηγούσαν μόνο όσα ήξεραν γι’ αυτό το κοινωνικό λείψανο μιας λαμπρής και ταραχώδους ζωής.

Το Λενάκι ήταν, μας έλεγαν, στα νιάτα της εκτός από καλλονή, μία μεγάλη αοιδός. Τραγουδούσε σε κοσμοπολίτικα κέντρα  πολυτελείας της Σμύρνης τα λεγόμενα «Cafe-chantant » και είχε τόση επιτυχία, ώστε λέγεται, ότι η επιρροή της, στους Τούρκους αξιωματούχους θαυμαστές της μπορούσε να γλιτώνει ελληνικές ζωές.

Έζησε μια έντονη ζωή, όπως ζούσαν παλιά οι φτασμένοι καλλιτέχνες, μέσα στα φώτα, τα μετάξια  και τα χρώματα. Οι ηχητικές κορώνες, που απαιτούσαν τα άσματα, της κατάστρεψαν την άρθρωση, γι’αυτό και δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά. Τα σαλόνια, η χλιδή και οι σπατάλες την κατάστρεψαν οικονομικά. Ο θαυμασμός και η λαχτάρα των αντρών για το ταλέντο της και τα θέλγητρά της την κατάστρεψαν κοινωνικά.

Έτσι τα κύματα της ζωής προσάραξαν το ναυάγιό της στη γειτονιά μας. Ήρθε με τους υπόλοιπους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής από τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε στο ένα από τα δύο δωμάτια μιας  ισόγειας προσφυγικής μονοκατοικίας.

Στη μονοκατοικία αυτή, στην αρχή, είχε εγκατασταθεί μία μάνα, που την έλεγαν Έλλη, με τα δύο παιδιά της, τον Σόφο και την Κορνηλία. Δυστυχώς το αγόρι πέθανε και τότε υποχρεώθηκε η μάνα με την κόρη να περιοριστούν σε ένα μόνο δωμάτιο και το άλλο παραχωρήθηκε στο Λενάκι το οποίο είχε δικαίωμα χρήσης της κοινής πλέον τουαλέτας και δικαίωμα περιορισμένης χρήσης της αυλής.

Δ. Οι προσφυγικές μονοκατοικίες

Οι ισόγειες προσφυγικές μονοκατοικίες ήταν επιμήκεις με τα δωμάτια το ένα πίσω από το άλλο σαν βαγόνια τρένου. Στο δρόμο έβλεπε με πόρτα και παράθυρο μόνο το ένα δωμάτιο. Από το δωμάτιο αυτό έμπαινες κατευθείαν με εσωτερική πόρτα στο δεύτερο δωμάτιο. Το δεύτερο δωμάτιο είχε ένα παράθυρο που έβλεπε στο πίσω μέρος του σπιτιού και μία πόρτα δίπλα από το παράθυρο. Η πόρτα αυτή οδηγούσε  σε ένα μικρό ημιυπαίθριο χώρο, από τον οποίο με ανεξάρτητη πόρτα έμπαινες στο αποχωρητήριο, δηλαδή σε ένα σκοτεινό δωματιάκι με χωμάτινη καφέ λεκάνη αφόδευσης. Τρεις τέτοιες μονοκατοικίες  συνεχόμενες με μεσοτοιχίες είχαν ενιαία κεραμοσκεπή.

Αργότερα σχεδόν όλοι οι κάτοικοι τέτοιων μονοκατοικιών πρόσθεσαν αυθαίρετα σε συνέχεια των δωματίων, σαν να πρόσθεταν βαγόνια στον συρμό, ένα δωματιάκι μικρότερου πλάτους που χρησίμευε σαν καθιστικό-τραπεζαρία και το οποίο κατέληγε σε άλλο, ακόμα μικρότερο δωματιάκι, που ήταν μαγειρείο με νεροχύτη από μωσαϊκό μαύρου τσιμέντου. Όλο το πίσω μέρος του σπιτιού ήταν μία στενόμακρη αυλή.

Η αυλή, ειδικά στην μονοκατοικία που μοιραζόταν το Λενάκι, είχε είσοδο από τον δρόμο. Στην αρχή της η αυλή αυτή είχε στενό πλάτος, ακολουθούσε σε μήκος όλα τα δωμάτια και επεκτείνετο πέρα και από τα αυθαίρετα. Αυτό σημαίνει ότι το πλάτος της αυλής αυξανόταν σταδιακά μετά το δεύτερο δωμάτιο.

Το Λενάκι κάνοντας χρήση των δικαιωμάτων της, είχε εγκαταστήσει στο πίσω μέρος της αυλής τον σκύλο, ενώ η ίδια αγνάντευε όλη μέρα τον δρόμο από το μοναδικό της δωμάτιο, το οποίο δεν είχε ούτε ύδρευση, ούτε αποχέτευση.

Κάτοψη προσφυγικής μονοκατοικίας με αυλή που αρχίζει από την πρόσοψη. Οι μονοκατοικίες ήταν δύο δωματίων με WC. To καθιστικό και το κουζινάκι προστέθηκαν αργότερα αυθαίρετα από τους ιδιοκτήτες σχεδόν σε όλα τα ισόγεια προσφυγικά σπίτια

Το δωμάτιο αυτό είχε μία ξύλινη πόρτα εισόδου από τάβλες και ένα ξύλινο παράθυρο παρόμοιας κατασκευής. Στον απέναντι τοίχο της εισόδου υπήρχε μονίμως κλειδωμένη η εσωτερική πόρτα επικοινωνίας με το υπόλοιπο  σπίτι. Περί το 1955 στο υπόλοιπο σπίτι, στο οποίο είχαν προστεθεί και τα αυθαίρετα κτίσματα και το οποίο είχε  είσοδο από την αυλή, έμενε σαν μοναδική κληρονόμος η Κορνηλία  με τον σύζυγό της Λουκά Αστερίου.

Το διπλανό προσφυγικό σπίτι, με μεσοτοιχία με το δικό τους, ήταν το πατρικό μου.

Ε. Επίπλωση και λειτουργικότητα του προσφυγικού δωματίου

Η επίπλωση και η διακόσμηση του μοναδικού δωματίου του Λενιού, απέδιδε απόλυτα την εξαθλιωμένη και ρημαγμένη προσωπικότητά της. Σκοτωμένα χρώματα κουρελαρίας κάλυπταν την ξεχαρβαλωμένη υποτυπώδη επίπλωση. Μπαίνοντας από την είσοδο αριστερά στον τοίχο, δηλαδή σχεδόν μπροστά στην είσοδο,  υπήρχε ένα μπαούλο σκεπασμένο με κουρελού, όπου μερικές φορές καθόταν και αγνάντευε τον δρόμο. Συνήθως αγνάντευε από την πολυθρόνα της , που την έβαζε στην σχεδόν πάντα ανοικτή πόρτα, φράζοντας έτσι την είσοδο. Μετά το μπαούλο ήταν μία ξύλινη ντουλάπα, σαν όρθια διπλή κάσα. Στον τοίχο δεξιά στο βάθος ακουμπουμπούσε το μεγάλο πλευρό του σιδερένιου κρεβατιού. Ένα ξύλινο τετράγωνο τραπέζι καλυμμένο με μουσαμά συνέχιζε στον τοίχο. Το τσιμεντένιο πάτωμα ήταν πάντα στρωμένο με κουρελούδες. Σχεδόν κάτω από το παράθυρο ήταν κτισμένος ένας τσιμεντένιος νεροχύτης. Μικρή ποσότητα αποθηκευμένου νερού για λάτρα έδινε ένα τενεκεδένιο δοχείο, κρεμασμένο στον τοίχο, με βρυσάκι χαμηλά κοντά στον πυθμένα. Η τρύπα  του νεροχύτη οδηγούσε ελεύθερα τα απόνερα σε έναν μεταλλικό κουβά, τοποθετημένο ακριβώς κάτω από την τρύπα. Όταν ο κουβάς γέμιζε το Λενάκι τον άδειαζε στον δρόμο.

Το άδειασμα του κουβά  στον δρόμο ήταν επίσημα γνωστό σε όλους. Άλλωστε σχεδόν όλοι έχυναν απόνερα από μπουγάδες στον δρόμο για να μη γεμίζουν οι βόθροι τους. Σιωπηρά όμως όλοι υποψιαζόμασταν την πλήρη σύσταση των διαλυμάτων που απέβαλε έτσι το Λενάκι, γιατί σίγουρα το βράδυ ήταν έως αδύνατο να κάνει χρήση των δικαιωμάτων της στο κοινόχρηστο αποχωρητήριο, αφού θα  έπρεπε να βγει στον δρόμο και να περάσει στην αυλή, της οποίας η πόρτα το βράδυ για λόγους ασφάλειας κλείδωνε.

ΣΤ. Χαρακτήρες και ανθρώπινες σχέσεις

Εκείνη την εποχή μέσα από την μιζέρια και την κακομοιριά έβγαινε υπερηφάνεια αξιοπρέπεια και ανωτερότητα. Το Λενάκι έκρυβε με τεράστια αξιοπρέπεια τις ελλείψεις και τις αδυναμίες της. Είχε την καμαρούλα της άψογα συμμαζεμένη. Η φτώχια και το ασθενικό φως μιας γυμνής λάμπας έδινε μελαγχολία στο σκηνικό του δωματίου, αλλά η προσοχή και η τάξη στην κάθε λεπτομέρεια έδινε αρμονία στο περιβάλλον.

Η ίδια είχε εξάρτηση από το τσιγάρο και περισσότερο από το ποτό. Έπινε. Το καταλαβαίναμε από τις ποσότητες του αλκοόλ που προμηθευόταν. Ποτέ όμως δεν την είδαμε μεθυσμένη. Ποτέ δεν ήρθε ενώπιον μαρτύρων σε παραλογισμό από το ποτό.

Δεν είχε ούτε έναν δικό της άνθρωπο. Μουσαφίρης δεν κτυπούσε την πόρτα της, ούτε ποτέ γείτονας έκατσε δίπλα της για να συζητήσει, αν και  είχε καλές σχέσεις μαζί τους. Όποιος διάβηκε την ορθάνοικτη πόρτα του σπιτιού της ήταν για να την εξυπηρετήσει σε ότι δεν κατάφερνε μόνη της και όχι για να της κάνει παρέα.

Ποτέ δεν παραπονέθηκε  για την μοναξιά της, ούτε ζητιάνεψε  συντροφιά. Ζούσε σιωπηρά με μία μικρή σύνταξη που είχε εξασφαλίσει από την εργασία της στην Νέα Ιωνία και συγκεκριμένα στο εργοστάσιο μεταξωτών του Σαραντόπουλου από το οποίο σώζεται μόνο η καμινάδα, στον χώρο που σήμερα βρίσκεται ένα πολυεθνικό πολυκατάστημα και από τα πιάτα που έπλενε στην ημιυπόγεια ταβέρνα του Καρβουνιάρη στην οδό Μεσολογγίου.

Την περηφάνια της και την αξιοπρέπειά της συναγωνιζόταν σε αξία η ανωτερότητα των γειτόνων. Κανένας δεν την έθιγε και όλοι έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν  και ότι δεν ήξεραν όσα ήθελε να τους κρύψει από την ζωή της. Υπήρχε τότε σύμπνοια και αλληλοσεβασμός. Ίσως γιατί η κάθε εξώπορτα με τις κάθετες ξύλινες τάβλες στερεωμένες μεταξύ τους με δύο οριζόντιες και μία διαγώνια σαν Ζ έκλεινε μέσα ποικίλα και μεγάλα προβλήματα. Μπορεί σχεδόν όλοι μεταξύ τους να κουβέντιαζαν τα προβλήματα των άλλων, αλλά στον άμεσα ενδιαφερόμενο δεν φανέρωναν την περιέργεια, ούτε τις γνώσεις τους  για τα προσωπικά του. Αυτό αν και υποκριτικό, διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις και δίνει το περιθώριο στον καθένα να επιβάλει στο περιβάλλον  του, όποια  εικόνα της παρουσίας του θέλει.

Ζ. Η αρχή του τέλους

Όσο χάλια και να είναι μία κατάσταση, πάντα υπάρχει και χειρότερη. Το Λενάκι έπεσε από το κρεβάτι του και ξανασηκώθηκε, ουσιαστικά ανάπηρη. Ήταν η αρχή του μακρού και άδοξου τέλους της. Μετά το νοσοκομείο δεν ξαναβγήκε από το δωματιάκι της. Μπορούσε να σέρνει το σακατεμένο άσαρκο ποδαράκι της μόνο από το κρεβάτι μέχρι το μπαούλο από το μπαούλο μέχρι τον νεροχύτη και μετά μέχρι την πόρτα για να αδειάζει το κουβαδάκι της στο πεζοδρόμιο πλέον και όχι στο δρόμο. Τότε όμως το πεζοδρόμιό της είχε ήδη τσιμεντοστρωθεί και στην λεία επιφάνειά του τα σαπουνόνερα με διαλυμένα όλα τα κατάλοιπα, δρούσαν σαν λιπαντικό. Όσοι ξέραμε το αποφεύγαμε για να μη γλιστρήσουμε και όχι για λόγους υγιεινής, γιατί η είσοδός μας στο καμαράκι της είχε γίνει εξ ανάγκης συχνότερη. Φώναζε η καημένη όποιον αντιλαμβανόταν ότι την άκουγε, για να ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση.

Μια φορά με φώναξε να της φορέσω στο πονεμένο ποδαράκι της μια μακριά χοντρή κάλτσα. Ήμουν παιδί και μέχρι το βράδυ έπλενα τα χέρια μου για να φύγει ή αίσθηση του γέρικου άρρωστου ποδιού. Μόνη μου παρηγοριά ήταν η διαβεβαίωση της μαμάς μου, ότι αυτό που έκανα ήταν πολύ καλό για την ψυχή μου. Αν είναι αλήθεια τότε η μαμά μου και η Κορνηλία  θα είναι στον παράδεισο γιατί αυτές συνήθως σαν άμεσες γειτόνισσες της φόραγαν τις κάλτσες Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε μόνο για τα απαραίτητα ψώνια της με πρώτο και κύριο ακάθαρτο οινόπνευμα. Λέγανε τότε ότι το νοσοκομείο δεν της άφησε την οικονομική δυνατότητα να πίνει κονιάκ, έτσι έπινε ό,τι υγρό περιείχε αλκοόλη.

Στα τελευταία στάδια της ζωής της αυτή που την συνέτρεξε και την περιποιήθηκε συστηματικά, ήταν η συχωρεμένη Κορνηλία.

Ζ. Επίλογος

Η αυλαία έπεσε για να κρύψει τα σκηνικά και τα κουστούμια της δεύτερης και τελευταίας πράξης ενός έργου, που χωρίς συγγραφέα έδειξε με τον πιο εύγλωττο και συγκλονιστικό τρόπο, το μάταιο, το εφήμερο και το απρόβλεπτο της ανθρώπινης ζωής. Ένας ξεριζωμός και μια προσφυγιά ήταν η έμπνευση της μοίρας για την αντιδιαμετρική αλλαγή των σκηνικών της πρώτης πράξης. Τα βελούδα αντικατέστησαν οι κουρελούδες, τα παριζιάνικα έπιπλα των σαλονιών τα μπαούλα και οι τάβλες,  τα μεταξωτά με τα χαρούμενα χρώματα τα μουντά τσίτια, το γέλιο της νιότης η μελαγχολία  της δύσης, την ομορφιά η ασχήμια, τον θαυμασμό ο χλευασμός, την χλιδή η μιζέρια, την δόξα  η εξαθλίωση, την κοσμικότητα η μοναξιά.

Κανέναν δεν πόνεσε ο θάνατός της. Πονάει όμως  η ανάμνησή της που διατηρείται έντονα σε μας τους γείτονές της, γιατί  είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της οδού Καραολή, ένα κομμάτι της δικής μας ιστορίας.

Κοιτάμε στον ουρανό μεγάλοι πια εμείς τα τότε παιδιά και ξεχωρίζουμε μια μοναχική ψυχή. Την αναγνωρίζουμε από την μοναξιά της και την χαιρετάμε, όπως τότε οι γονείς μας.

– Λενάκι τι χαμπάρια.

 

 

«Το Λενάκι» πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ζω» το 2005, καθώς και στην παλαιά έκδοση του zonews.gr και τώρα περιέχεται στο βιβλίο «Ανατολή εξ Ανατολών» της συγγραφέως Βούλας Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου που πωλείται στο Βιβλιοπωλείο «Παράγραφος» στην Νέα Ιωνία επί της πλατείας Σημηριώτη, οδός Μεσολογγίου 63, τηλ. :  210 – 2795992

Το Ηράκλειο Αττικής και η Νέα Ιωνία στο διαδίκτυο. Και όχι μόνο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *