Οι διαχρονικές προσπάθειες για μετάβαση στην νέα εποχή με την εισαγωγή του Maryland Plan

Του Νίκου Ηλιάδη*

Ο Δυτικός κόσμος (και όχι μόνο) λειτουργεί σε πλαίσιο ραγδαίων τεχνολογικών μεταβολών.  Ο σύγχρονος κόσμος πρέπει να χρησιμοποιεί συνεχώς  νέες τεχνολογίες και αυτοματισμούς προκειμένου να είναι ανταγωνιστικός και να μπορεί να επιβιώσει στο διεθνοποιημένο οικονομικό  περιβάλλον. Οι εργαζόμενοι και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να παρακολουθούν προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης προκειμένου να διαφυλάξουν τις θέσεις εργασίας. Ο αριθμός των εργαζομένων που απαιτείται για συγκεκριμένη ποσότητα εργασίας περιορίζεται. Οι αυτοματισμοί, εκτελούν την επαναλαμβανόμενη / τυποποιημένη, κοπιαστική και επικίνδυνη δουλειά. Οι θέσεις εργασίας που απαιτούν χαμηλού επιπέδου γνώσεις και ικανότητες και επαναλαμβανόμενη τυποποιημένη εργασία, καταργούνται. Οι εργαζόμενοι μετακινούνται  σε θέσεις εργασίας που απαιτούν περισσότερο πολύπλοκη νοητική εργασία και  χρήση υψηλοτέρου επιπέδου γνώσεων  και ικανοτήτων, με τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Και αν θέλουμε να το εξετάσουμε αναλογικά με όρους ανθρώπινης εμπλοκής , οι νέες παραγωγικές διαδικασίες και η νέα οικονομική και τεχνολογική πραγματικότητα εμπλέκουν στο χώρο της εργασίας περισσότερο το μυαλό παρά τους μύες συγκριτικά με την πρακτική στη βιομηχανική εποχή. Αντί η τεχνολογία να αυξάνει τις χειρωνακτικές ικανότητες του ανθρώπου, οι νέες τεχνολογίες διευρύνουν τη νοητική του ισχύ.

 

Ο σύγχρονος εργαζόμενος είναι ένας εκπαιδευμένος υψηλού επιπέδου που χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες σε όλα τα επαγγέλματα.  Ο σύγχρονος αναλφάβητος, θα είναι ο τεχνολογικά αναλφάβητος.

 

Ποιος θα εργασθεί; Τι είναι εργασία στη νέα εποχή; Οδηγούμαστε σε φανταστική κατεύθυνση που ποσοστό 2% του πληθυσμού υψηλού επιπέδου θα κατευθύνει τα «ρομπότ»,  θα εκτελεί όλη την απαιτούμενη δουλειά, ενώ το 98% δεν θα κάνει τίποτα και θα είναι επιδοτούμενο;

 

Ποιος θα είναι ο ρόλος του καθηγητή στο πλαίσιο που διαμορφώνεται; Πως θα πρέπει να λειτουργήσει  στο νέο του ρόλο και της εκπαίδευσης των μαθητών ώστε να μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της νέας εποχής που χαρακτηρίζεται από ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές;

 

Οι αλλαγές επηρεάζουν τον κόσμο. Προκειμένου το κοινό να ωφεληθεί, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι επιτελείς της εκπαίδευσης, οι κυβερνήσεις,  πρέπει να προσφέρουν βελτιωμένα και κατάλληλα αποτελέσματα για τους πολίτες του μέλλοντος.

 

Η γενική εκπαίδευση πρέπει να εξετάζει την τεχνολογία- την εξέλιξή της, τη χρησιμότητα, και τη σπουδαιότητα- τις νέες μορφές της βιομηχανίας- την ανάπτυξή της, τα επαγγέλματα, τις διαδικασίες παραγωγής και τα προϊόντα – και τα προβλήματα και τα οφέλη που προκύπτουν από την τεχνολογική και βιομηχανική φύση της σύγχρονης κοινωνίας.

 

Πρόγραμμα της μορφής αυτής είναι ένα πολύπλοκο και δύσκολο θέμα, που οφείλεται στο μεγάλο αριθμό των παραμέτρων που εμπλέκονται,  στη συνεχή αλλαγή και διαμόρφωσή τους.

Οι διαφορές αντικατοπτρίζουν την ποικιλία απόψεων των σχεδιαστών εκπαιδευτών προγραμμάτων, των ιδρυμάτων εκπαίδευσης καθηγητών, καθώς επίσης και των ίδιων των καθηγητών.

Τα διάφορα στοιχεία στα προγράμματα, είναι αντικείμενο συνεχούς επανεξέτασης σύμφωνα με τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων που πρέπει να πραγματοποιούνται.

Κατάλληλα προγράμματα εκπαίδευσης καθηγητών είναι περισσότερο από απαραίτητα στη νέα εποχή.

 

Ένας αριθμός πιέσεων αναδεικνύονται κατά τη σχεδίαση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οικονομικές πιέσεις εμφανίζονται επειδή η εκπαίδευση είναι μια Εθνική επένδυση από την οποία η κοινωνία περιμένει κάποια απόδοση. Η τεχνολογική αλλαγή οδηγεί σε αλλαγές στις αξίες και τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί η κοινωνία. Ιδεολογικές πιέσεις προκύπτουν ως αποτέλεσμα των συστημάτων αξιών που συνδέονται με τις διάφορες ιδεολογίες που ανταγωνίζονται σε μια δημοκρατική κοινωνία.  Η ακαδημαϊκή επιρροή οφείλεται στα μαθήματα που προσφέρονται στους καθηγητές και στο σύνολο των προϋποθέσεων που καθορίζονται για να γίνουν δεκτοί στα ανάλογα ιδρύματα.

 

Άλλες μεταβλητές που επηρεάζουν τα εφαρμοζόμενα προγράμματα είναι η παράδοση σχετικά με την εκπαίδευση και οι οικονομικές και κοινωνικές τάσεις.

 

Υπάρχουν ποικίλες και αλληλοσυγκρουόμενες φιλοσοφίες στην εκπαίδευση. Διαφορετικές φιλοσοφίες έχουν διαφορετικούς αντικειμενικούς σκοπούς, μεθόδους διδασκαλίας, και ιδεατή εικόνα για τον μαθητή που επιδιώκουν να αναπτύξουν.

 

Το ιδεατό εκπαιδευτικό πρόγραμμα θα προσφέρει σε κάθε παιδί την ευκαιρία να συμπεριφερθεί με την δική του αντίληψη και να ανακαλύψει τις αδυναμίες  του  με άμεση παρατήρηση των συνεπειών των ενεργειών του ως αποτέλεσμα αυτών των αντιλήψεων. Τα προβλήματα θα πρέπει να προηγούνται των απαντήσεων, και για να είναι πραγματικά για τους μαθητές, ακόμη και τα προβλήματα πρέπει να ανακαλυφθούν. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δίνει έμφαση στο «να μάθει πως να μαθαίνει» ο μαθητής, παρά στη μεταφορά συγκεκριμένης γνώσης/περιεχομένου.

 

Είναι απίθανο οι μαθητές να διαχειριστούν την τεράστια ποσότητα γνώσης που είναι διαθέσιμη. Επιπροσθέτως η πληροφόρηση γίνεται ξεπερασμένη ραγδαία καθώς νέα αντικαθιστά την παλαιότερη. 

Τα συστήματα για τη διαχείριση της πληροφόρησης φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματικά και  δημιουργούν κίνητρα για μάθηση. Σε προγράμματα της μορφής αυτής η συγκεκριμένη γνώση είναι σημαντική όταν οδηγεί σε ανακαλύψεις, σε βαθιά αντίληψη, σε γενικεύσεις, αλλά δεν είναι σπουδαία από μόνη της.

Απαιτούνται σύγχρονες εκπαιδευτικές πρακτικές για την εξοικείωση του  πολίτη με το σύγχρονο κόσμο,  ώστε να διαχειρίζεται τον εαυτό του αποτελεσματικά  στο σύγχρονο τεχνολογικό περιβάλλον.

 

Η ψηφιακή και η  «πράσινη» μετάβαση και οι αναταράξεις που δημιουργούνται στην αγορά εργασίας στην εποχή μετά τον COVID, αλλάζουν θεμελιωδώς τις απαιτήσεις σε γνώσεις και ικανότητες των  επαγγελμάτων καθώς επίσης και των καθηγητών.

 

Θα πρέπει να αναπτύξουμε έναν εκπαιδευτικό μηχανισμό για επιστημονική σχεδίαση προγραμμάτων, για επίβλεψη βιβλίων, για ανάπτυξη επαγγελματικών οδηγών, για εργαστηριακούς εξοπλισμούς, για συντονισμό βασικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και δια- βίου εκπαίδευσης εκπαιδευτικών, για μεταφορά γνώσεων και ικανοτήτων στους μαθητές κ.ά.

 

Το πρόγραμμα Maryland Plan ως τμήμα της γενικής εκπαίδευσης για όλους εξοικειώνει τους μαθητές με τις νέες τεχνολογικές συνθήκες.

Προσφέρει εκπαιδευτικές πρακτικές για την τεχνολογική εκπαίδευση, για άλλα μαθήματα, και για την επαγγελματική εκπαίδευση προετοιμάζοντας μαθητές για επαγγέλματα.

Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε από τον Donald Maley (δικό μου επιβλέποντα για το διδακτορικό μου), μια ηγετική προσωπικότητα για την τεχνολογική εκπαίδευση στις ΗΠΑ, και το μετέφερα στην Ελλάδα όπου χρησιμοποιείται από το 1994 για την τεχνολογική εκπαίδευση στις Α, Β και Γ τάξεις του Γυμνασίου σε όλα τα σχολεία της χώρας μέχρι σήμερα, με πρότασή μου ως Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Ο τότε Αντιπρόεδρος και Σύμβουλος  του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση Κος Σταμάτης Παλαιοκρασσάς (1985), βοήθησε ουσιαστικά στην εισαγωγή του προγράμματος του Maryland Plan που αξιοποιήθηκε και στο Πολυκλαδικό Λύκειο με τη μορφή του μαθήματος «Τεχνολογία  και Παραγωγή», ένα πολύπλευρο σχολείο που σχεδιάσθηκε κατά τα πρότυπα του ενιαίου σχολείου των ΗΠΑ με 12ετή υποχρεωτική εκπαίδευση, πλην όμως σταμάτησε η λειτουργία του.

Διεθνή ημερίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στην Αθήνα (της ένωσης των Παιδαγωγικών Ινστιτούτων της Ευρώπης) – ο τότε Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού για την Τεχνολογική Εκπαίδευση Dr Kentall Starweather και στο προεδρείο ο Νίκος Ηλιάδης

Το Maryland Plan του Donald Maley ήταν ένα από τα προγράμματα που είχαν αναπτυχθεί με χρηματοδότηση του Προέδρου Κένεντυ το 1963 για να αναπτυχθεί το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό να παράγει τεχνολογία και να ξεπερασθούν οι Σοβιετικοί που είχαν προηγηθεί στον ανταγωνισμό του διαστήματος.

Το είχα εισάγει και στη ΣΕΛΕΤΕ το 1979 όταν ήμουν καθηγητής πριν να εκλεγώ Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για την εκπαίδευση καθηγητών για το αντικείμενο (1979-1985), με τη συγγραφή και των σχετικών βοηθητικών βιβλίων.

 

Το πρόγραμμα προπορεύονταν της εποχής του και είχε στόχο την εξοικείωση του κοινού πολίτη με την τεχνολογική κοινωνία που αναπτύσσονταν.

Η ανάπτυξη των προβλεπόμενων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, η οργάνωση εργαστηρίων, η εκπαίδευση καθηγητών κ.ά. δεν είχε την απαιτούμενη εξέλιξη στη χώρα μας, που το εκπαιδευτικό της σύστημα έχει και σήμερα προσανατολισμό το παρελθόν και τη θεωρητικολογία, μακριά από τις ανάγκες της πραγματικής ζωής.

Η σημερινή πραγματικότητα ίσως επιβάλλει ορθολογικότερες και πραγματιστικές επιλογές , σε όλες τις διαστάσεις της.

 

*Ο Νίκος Ηλιάδης είναι Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., M.Sc., Concordia University Montreal Canada, Ph.D. University of Maryland, Επίτιμος Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και κατοικεί στο Ηράκλειο Αττικής

Το Ηράκλειο Αττικής και η Νέα Ιωνία στο διαδίκτυο. Και όχι μόνο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *