Σε μία ατμόσφαιρα συγκινησιακής φόρτισης πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο Αττικής η παρουσίαση του βιβλίου «Ρίζα μ΄ και στερέα μ΄» της Τάνιας Λαζαρίδου. Η συγγραφέας, παλαιότερα κάτοικος του Ηρακλείου Αττικής, γεννημένη στη Δράμα, και πρόσφυγας τρίτης γενιάς, έγραψε για το ταξίδι που πραγματοποίησε στη σημερινή Τουρκία, με ένα πολυσύνθετο τρόπο: Με μία λογοτεχνική σκοπιά, με μία οδοιπορική διάσταση, με μία ιστορική παρουσίαση, και τελικά, συνολικά, με μία προσωπική κατάθεση ψυχής.
Την παρουσίαση της Παρασκευής 5 Δεκεμβρίου διοργάνωσε η Αδελφότητα Προκοπιέων ο «Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος» Αθηνών – Πειραιώς – Περιχώρων με τη συμμετοχή του Συλλόγου Ποντίων Νέας Φιλαδέλφειας «Δημήτριος Υψηλάντης».Στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων, παρευρέθηκε και χαιρέτησε ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ, ο οποίος από το 2014 που ήρθε στη Μητρόπολη, δίνει πολύ μεγάλο βάρος στην ανάδειξη της ιστορίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε μέσα τις ομιλίες του δρ. Βλάση Αγτζίδη, ιστορικού και συγγραφέα και της Γεωργίας Λαγουμτζή, καθηγήτριας κοινωνιολογίας, ενώ αποσπάσματα διάβασαν η ίδια η συγγραφέας, καθώς και η συνοδοιπόρος της Σεβαστή Σαπνά.
Ενδιάμεσα γέμιζαν την αίθουσα μελωδίες από την Σοφία Γιαννακού στο σαντούρι και τους Βαλέριο Βασιλειάδη και Γιάννη Παπαδόπουλο στην ποντιακή λύρα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μνήμης και συγκίνησης, όπου ο λόγος συνάντησε τη μουσική παράδοση.
Οι διοργανωτές
Η παρουσίαση ξεκίνησε με τη “ψυχή” της εκδήλωσης, την πρόεδρο της Αδελφότητας Προκοπιαίων, Βιβή Σαραντίδου. Όπως σημείωσε μεταξύ άλλων «το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε δεν είναι λογοτεχνικό, δεν είναι ιστορικό. Δεν είναι το βιβλίο. Είναι μια πρόσκληση σε ένα βαθύ συγκινητικό ταξίδι. Είναι ένα προσκύνημα. Είναι ένα προσκύνημα προς τις πατρίδες της καρδιάς μας, στην άλλην πλευρά του Αιγαίου, εκεί όπου κάποτε έσφυζε ο Ελληνισμός και η Χριστιανοσύνη».
Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Νέας Φιλαδέλφειας, Γιώργος Ουσταμπασίδης, ο οποίος ανέφερε ότι «οι λυράρηδές μας συνοδεύουν σήμερα την εκδήλωση. Οι συμμετέχοντες θα μας ταξιδέψουν σ αυτό το όμορφο οδοιπορικό του βιβλίου και ο σύλλογός μας πάντα στηρίζει τέτοιες εκδηλώσεις, επομένως ήταν υποχρέωσή μας να ανταποκριθούμε».
Συγκίνηση
Ένα από τα αποσπάσματα που διάβασε η Σεβαστή Σαπνά, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και συγκεκριμένα αυτό στη σελίδα 121 του βιβλίου και στο κεφάλαιο «Μοσχοβόλησε Θεό»: «Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω ξαναβλέπουμε το χάλασμα φευγαλέα, μισοκρυμμένο μες στη βλάστηση. Δυο μεγάλες καμάρες χάσκουν. Είναι σίγουρα εκκλησία… Χώνω το χέρι μου βαθιά στην τσάντα ψάχνοντας το χαρτάκι. Τώρα είναι η ώρα, σκέφτομαι…
Περνάμε το μικρό γεφυράκι πάνω από τον αφρισμένο κι ορμητικό Πυξίτη και σε λίγο ο δρόμος σταματά. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και κινούμε με τα πόδια. Βαδίζουμε μέσα από φουντουκλούκια κι η πρωινή δροσιά πάνω στα χόρτα, βρέχει τα πόδια μας. Μέχρι να φτάσουμε, βάζω στο κινητό μου τον ύμνο της Παναγίας, «Αγνή Παρθένε Δέσποινα».
Η κρυστάλλινη βυζαντινή ψαλμωδία κάνει αντίλαλο στους έρημους μουχλιασμένους τοίχους, στους μαυρισμένους θόλους, στα παράθυρα που χάσκουν κάνοντάς τα ν’ αναριγούν. Όσο κι αν ψάχνω στην μεγαλόπρεπη εκκλησία να ανακαλύψω κάποιο ίχνος της ταυτότητάς της, δεν βλέπω κανένα σημάδι… κανένα υπόλειμμα αγιογραφίας. Ούτε καν ψηλά στον τρούλο! Στο πάτωμα στοίβες πέτρες, χώματα και σκουπίδια. Πάνω σε μια πλατιά πέτρα ανάβω το καρβουνάκι και ακουμπώ πάνω του το θυμίαμα. Πυκνός ο αρωματισμένος καπνός σκορπίζεται σε κάθε γωνιά της μισογκρεμισμένης εκκλησιάς κι εγώ σταυρώνω το σημείο της Ωραίας Πύλης…
Μια ακόμη εκκλησία ανώνυμη, απογυμνωμένη από την ταυτότητάς της. Ένα πέτρινο κουφάρι που σήμερα το πρωί, έτσι αναπάντεχα ήρθαμε να του θυμίζουμε αυτό που ήταν κάποτε. Ένας αγιασμένος τόπος προσευχής, σεβασμού και λατρείας. «Υψηλοτέρα Ουρανών ακτίνων λαμπροτέρα»…
Θολώνουν τα μάτια, η σκέψη βαριά χάνεται. Γυρνά πίσω στα χρόνια και τα ίχνη των προγόνων. Στα πατήματα αυτών που διώχτηκαν και ξεριζώθηκαν βίαια. Δεν είναι άγνωστοι. Έχουν ονόματα, επώνυμα, ιδιότητες. Είναι οι ρίζες μου. Ξέρω ότι με περιμένουν. Ξέρω ότι ζητούν από μένα να μη ανασπάλω. Οι φωνές τους βοούν μέσα μου. Ζητούν να μιλήσουν μέσα από μένα. Να μιλήσουν αυτοί, που όσο ζούσαν δεν μίλησαν, να ακουστεί ο αλάλητος καημός ενός κόσμου που χάθηκε.
Τα ταφία τους έχουν χαθεί, τους κατά πιε η γη τους. Είναι αναπαυμένοι παντού! Μνημονεύω τα ονόματά τους ένα προς ένα. Η ψυχή μου όμως ραγίζει στο όνομα του τελευταίου άκλαυτου νεκρού, που ακούμπησαν οι δικοί μου σ’ αυτήν τη γη. Στάθιος ο Δέσκαλον.
«…η μακριά αποστεωμένη φιγούρα βαθιά στην αγκαλιά της ψυχής μου, κουνιέται ελαφρά. «Ποιος είναι αυτός που με φωνάζει; ποιος θυμάται ακόμη το όνομά μου; έχει περάσει τόσος καιρός… ούτε θυμάμαι πόσος! Θυμάμαι μόνο πόνο, πολύ πόνο, στο σώμα και στην ψυχή. Με αφήσαν εδώ και κανένας αναστεναγμός, καμιά αναπνοή, καμία φωνή, καμιά κραυγή δεν ακούστηκε από τότε… μα πού πήγαν όλοι αυτοί του πάνω κόσμου;
Καλότυχοι οι νεκροί κι αναπαυμένοι που λησμονάνε την πίκρα του κόσμου…
Ακουμπισμένη στο κάθισμα του αυτοκινήτου που κατευθύνεται βόρεια, προς Τραπεζούντα, νιώθω την καρδιά μου άδεια. Αφήνω την πατρίδα της καρδιάς μου και η λύπη μου είναι μεγάλη.
Μόνο αρκετή ώρα μετά συνειδητοποιώ τη βαρύτητα της ημέρας! Είναι το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής σήμερα κι ένα τρανό μνημόσυνο στους κεκοιμημένους μας έγινε πριν λίγο… Χωρίς πιάτο με καλοστολισμένα κόλλυβα. Μόνο μ’ ένα καρβουνάκι και λίγους κόκκους θυμίαμα. Φερμένα από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά…».
Βλάσης Αγτζίδης: «Είναι ένα θαυμάσιο περιηγητικό κείμενο το οποίο όμως έχει πάρα πολλές λογοτεχνικές αρετές και μια πλήρη ιστορική γνώση»
Η προσφορά του διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας, ιστορικού και συγγραφέα, Βλάση Αγτζίδη, στη συστηματική έρευνα και ανάδειξη της ιστορίας του σοβιετικού ελληνισμού, του ποντιακού ελληνισμού και της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι αδιαμφισβήτητη και η τοποθέτησή του στην παρουσίαση του βιβλίου, φώτισε ακριβώς αυτές τις πτυχές.
Όπως υπογράμμισε μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στο βιβλίο, «είναι ένα θαυμάσιο περιηγητικό κείμενο το οποίο όμως έχει πάρα πολλές λογοτεχνικές αρετές και μια πλήρη ιστορική γνώση. Δηλαδή, όποιος θέλει να περιηγηθεί ξανά το χώρο της Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας, του Πόντου, αξίζει να πάρει αυτό το βιβλίο μόνο και μόνο για να καταλάβει αφενός το τι σημαίνει ο κάθε τόπος… … Τελειώνοντας όλη αυτή την αφήγηση, λέει, δεν πήγα στην Τουρκία, δεν πήγα ταξίδι εν αναψυχής, Χατζηλίκι έκανα.
Για φανταστείτε τι βαριά έκφραση είναι αυτή, ότι για μας όλο αυτό, όλα αυτά τα μέρη, όλα αυτά οι τοποθεσίες, δεν είναι μια απλή τουριστική περιήγηση ή άντε μια ανάμνηση κάποιων παλιών προγόνων που πέρασαν και από εκεί.
Είναι μια βαθύτατη υπαρξιακή ανάγκη που πρέπει να τονιστεί. Δηλαδή η δικιά μας Ιερουσαλήμ ή η δικιά μας Μέκκα είναι οι πατρίδες της καθ’ ημάς Ανατολής. Το λέει με τόσο ποιητικό και όμορφο τρόπο που εμένα πραγματικά με συγκίνησε».
Αναφερόμενος στην ιστορική διάσταση των γεγονότων του ξεριζωμού, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά, υπογράμμισε πως «το τραύμα ήταν δυνατό. Ένας ελληνισμός ξεριζώνεται. Ξεριζώνεται έχοντας μια σχέση εντοπιότητας από πατρίδες χιλιόχρονες, υπερχιλιόχρονες. Και ξεριζώνεται με έναν εξαιρετικά βίαιο τρόπο, είτε με την καταστροφή και με τη σφαγή, όπως θα συμβεί στις περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας, της Ιωνίας και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, του Πόντου, είτε με τον επίσης οδυνηρό τρόπο της ανταλλαγής, όπως θα γίνει κυρίως με την Καππαδοκία.
Δεν είναι μια απλή διαδικασία του να αλλάζεις έναν τόπο και να πας πού; Να πας σε έναν άγνωστο τόπο. Σε έναν τόπο που τελικά αποδεικνύεται άξενος, τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες. Πολιτισμικά, γεωγραφικά. Είναι κάτι διαφορετικό αυτό που έχεις εσύ εντυπώσει μέσα σου ως πατρίδα, ως γενέθλιος τόπος.
Οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, σαφώς κουβαλούν ένα τρομερό τραύμα. Αυτό το ζήσαμε όσοι μεγάλωσαν με γιαγιάδες και παππούδες, αυτό το έζησαν. Όταν ακόμα και 70 χρόνια μετά έλεγαν η πατρίδα και φυσικά δεν εννοούσαν τα Βαλκάνια, αλλά τους μικρασιατικούς και ποντιακούς τόπους. Αυτό που θα άξιζε να πούμε, έτσι να δώσουμε κάποια περισσότερα στοιχεία, για να καταλάβουμε την ένταση της εποχής εκείνης, η οποία αποσιωπήθηκε».
Γεωργία Λαγουμτζή: «Το οδοιπορικό της, έχει άμεση σχέση, όχι μόνο με τις ιστορικές πηγές, αλλά και με τη διαμόρφωση της μνήμης, για τις γενιές που έρχονται»
Στον σχολιασμό της, η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, Γεωργία Λαγουμτζή έκανε μεταξύ άλλων τη σύνδεση με την κοινωνιολογική διάσταση των γενεών, σε σχέση με τον ξεριζωμό.
Όπως είπε αναφερόμενη στο βιβλίο «Το ταξίδι της συγγραφέως είναι ένα ταξίδι στους τόπους της μνήμης, ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής και ως τέτοιο είναι πολύτιμο για όλους εμάς που βρισκόμαστε σήμερα εδώ, ως μάρτυρες και συνοδοιπόροι στη μνήμη που πεισματικά εμμένει κόντρα στη λήθη… … η μνήμη είναι συνυφασμένη με τα προσωπικά συναισθήματα και ένα ακόμα χάρισμα αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας τα μοιράζεται με τον αναγνώστη στο πλαίσιο μιας μοναδικής προφορικής ιστορίας του συλλογικού τραύματος της Μικρασιατικής Καταστροφής».
Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ: «Προσπαθούμε να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή, κυρίως για αυτούς που έρχονται, για τα νεότερα μέλη, για τα νέα παιδιά»
Ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας στον χαιρετισμό του, εξέφρασε αρχικά τα συγχαρητήρια του στους δύο συλλόγους, την Αδελφότητα Προκοπιαίων και το Σύλλογο Ποντίων Νέας Φιλαδέλφειας, για τη διοργάνωση της παρουσίασης του βιβλίου, ενώ έδωσε και τα θερμά του συγχαρητήρια στη συγγραφέα, Τάνια Λαζαρίδου.
Όπως τόνισε «θέλω κι εγώ να υπογραμμίσω ότι από όλα όσα άκουσα, όσα αποσπάσματα, δεν είναι μόνο μια αφήγηση, αλλά έχει και στοιχεία ποιητικά, έχει και στοιχεία λογοτεχνικά. Καταφέρατε, λοιπόν, να παραδώσετε στην βιβλιογραφία ένα πόνημα, που έχει όλα τα στοιχεία που θα ήθελε να έχει ένας συγγραφέας.
Θα ήθελα να κάνω μόνο το εξής σχόλιο, γιατί άκουσα συχνά τη λέξη ταυτότητα και θεωρώ ότι αυτό είναι το σημαντικότερο που θέλουμε να κρατήσουμε όλοι μας, ύστερα από κάθε τέτοια εκδήλωση, δραστηριότητα και πρωτοβουλία.
Στην τοπική μας εκκλησία, έχουμε τη μεγάλη αυτή περηφάνεια, και ταυτόχρονα τη μεγάλη ευθύνη, είμαστε μια προσφυγική Μητρόπολη. Μια Μητρόπολη, η οποία ως επί το πλείστον, η βασική της ρίζα, ο βασικός της πυλώνας, είναι ο μικρασιατικός πολιτισμός, μέσα από όλες τις περιοχές της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της ανατολικής Θράκης, οι οποίες συγκροτούν τη Μητρόπολη Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος.
Τόσο η Μητρόπολη, όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και κάθε σύλλογος πολιτιστικός μικρασιατικός και μή, προσπαθούν όλες αυτές τις δεκαετίες να κρατήσουν τη μνήμη ζωντανή, κυρίως για αυτούς που έρχονται, για τα νεότερα μέλη, για τα νέα παιδιά.
Εδώ, λοιπόν, θέλω να υπογραμμίσω το ρόλο της ταυτότητας και να πω ότι αυτό που κάνατε απόψε είναι μια εξίσου σημαντική προσπάθεια να βοηθηθεί ένας νέος άνθρωπος, μια νέα κοπέλα, ένα νέο αγόρι, να καταλάβει τι σημαίνει στο 2025 να είσαι Έλληνας… …σας συγχαίρω για αυτή σας την προσπάθεια, για τη συγγραφική σας δεινότητα και δεν έχω τίποτα να πω, παρά με την σειρά μου να ευχηθώ, αυτό το πόνημα να είναι καλοτάξιδο, για να μπορέσουμε όλοι μας να ανακαλύψουμε ο καθένας από το δικό του μετερίζι, την ταυτότητά μας, η οποία είναι ελληνική, η οποία είναι χριστιανική, η οποία είναι σε εμάς μικρασιάτικη».
Τάνια Λαζαρίδου: «Αυτό το βιβλίο λοιπόν είναι μια προσωπική αναζήτηση της ταυτότητας»
Η ίδια η συγγραφέας μίλησε για τον εαυτό της, στο τέλος της εκδήλωσης. Όπως είπε «είμαι απόγονος προσφύγων από τα παράλια της Βιθυνίας και από τον Πόντο. Εκατό χρόνια μετά και ενώ η δεύτερη γενιά προσφύγων, οι γονείς μας δηλαδή, σιγά – σιγά εκλείπουν, γίναμε εμείς η τρίτη γενιά, οι παραλήπτες της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας των προσφύγων προγόνων μας.
Και σήμερα έχουμε συγκεντρωθεί εδώ και μιλάμε για ένα βιβλίο. Ένα οδοιπορικό, μια επιστροφή, μια αναζήτηση στον χώρο της Μικράς Ασίας, ένα παιχνίδι με το χρόνο και ένα βαθύ εσωτερικό ταξίδι στον εαυτό μας.
Τι σημαίνει απόγονος τρίτης γενιάς; Ποιοι είμαστε; Τι κουβαλάμε από το παρελθόν των προγόνων μας; Είναι διακριτό σε εμάς έναν αιώνα μετά;
Γεννήθηκα στη Δράμα, την ακριτική Δράμα και μεγάλωσα με την ιδέα του ξεριζωμού και το τραύμα της απώλειας σε ένα αμιγώς προσφυγικό περιβάλλον, με τα ιδιαίτερα φαγητά, τα μελωδικά τραγούδια και τις μακρόσυρτες μουσικές.
Και τις γιαγιάδες όμως να μιλούν λέξεις που δεν μου τις δίδαξε ποτέ κανένα σχολείο. Η μία γλώσσα, αυτή των μικρασιατικών παραλίων, χαριτωμένη και λίγο αστεία.
Η άλλη, η αρχαιοπρεπής, βαριά, κοφτή. Και ανάμεσά τους έναν μικρό κορίτσι να κουβαλά σαν βαρύ φορτίο για ένα παιδάκι που νηπιαγωγείου, το πιο απλό, το όνομά του.
Που όμως παρέπεμπε στην κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία και τους τίτλους της. Με βάπτισαν Σουλτάνα. Ο ανώτερος τίτλος τιμής στη αυλή της Υψηλής Πύλης. Δύναμη, σοφία, σεβασμός.
Για τους Χριστιανούς όμως που ζούσαν στη μουσουλμανική χώρα, το όνομα αυτό συμβόλισε μια ανώτερη γυναίκα, την Παναγία. Το όνομα αυτό λοιπόν μου δόθηκε από τους γονείς μου, τιμώντας έτσι τη μία γιαγιά μου. Και υπήρξε για μένα το προσωπικό μικρασιατικό μου τραύμα.
Όμως αυτό το όνομά μαζί με όλα τα πολιτισμικά μου χαρακτηριστικά, μεγάλη πια θα με ένωναν με τις ρίζες μου. Γιατί κατάλαβα ότι ο ξεριζωμός δεν τελειώνει με την απώλεια, αλλά με την επιστροφή. Και όταν ένας απόγονος γυρίσει να θυμηθεί, τότε η ιστορία ξαναγίνεται πατρίδα.
Αυτό το βιβλίο λοιπόν είναι μια προσωπική αναζήτηση της ταυτότητας, μια επιστροφή στους τόπους καταγωγής, στις πατρίδες της καρδιάς μας».
«Ρίζα μ΄ και στερέα μ΄»,
Εκδόσεις “Αφοί Κυριακίδη – Εκδόσεις Α.Ε.”
Της Τάνιας Ευστάθιου Λαζαρίδου – taniolaad@gmail.com
Δείτε σε βίντεο από το zonews.gr ολόκληρη την παρουσίαση, ενώ ακολουθούν και ολόκληρες οι παρουσιάσεις από τους δύο σχολιαστες
Σχολιασμός Βλάση Αγτζίδη
Είναι πολύ σημαντικό το ότι είμαστε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε ο καθένας από τη πλευρά του μια εξαιρετική προσπάθεια. Είναι αυτή η περιήγηση αυτής της παρέας των τεσσάρων ανθρώπων, των δύο ζευγαριών, που πήραν την τόλμη να κάνουν ένα πολύ μεγάλο ταξίδι, λίγοι το έχουν κάνει αυτό το ταξίδι.
Και βεβαίως στην Τάνια τη Λαζαρίδου, η οποία αυτές όλες τις στιγμές δεν τις άφησε απλά να είναι μια μνήμη που θα χαθεί κάποια στιγμή για τους υπόλοιπους, γιατί για τους ίδιους δεν θα χαθεί ποτέ, αλλά την κατέγραψε για να την κληροδοτεί σε εμάς. Και πραγματικά θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό που διάβασα αυτό το βιβλίο.
Είναι ένα θαυμάσιο περιηγητικό κείμενο το οποίο όμως έχει πάρα πολλές λογοτεχνικές αρετές και μια πλήρη ιστορική γνώση. Δηλαδή, όποιος θέλει να περιηγηθεί ξανά το χώρο της Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας, του Πόντου, αξίζει να πάρει αυτό το βιβλίο μόνο και μόνο για να καταλάβει αφενός το τι σημαίνει ο κάθε τόπος.
Το κάνει με μια ιδιαίτερη ευαισθησία και σίγουρα καταλαβαίνεις ότι πίσω από αυτή τη γραφή υπάρχει ένα διάβασμα σκληρό και σε βάθος. Ξέρει πολύ καλά την ιστορία του κάθε μέρους και την καταθέτει εδώ.
Άρα λοιπόν είναι ένα περιηγητικό θα λέγαμε κείμενο, το οποίο σαφέστατα έχει λογοτεχνική αξία και κομίζει και έγκυρα ιστορικά στοιχεία.
Οπότε το μόνο που θα μπορούσα να πω εγώ στην συγγραφέα είναι συγχαρητήρια, γιατί μας παραδίδει αυτή την εμπειρία σε εμάς το κοινό. Θα τα διαβάσετε τα σημεία αυτά και σας το προτείνω ξεκάθαρα.
Θα ήθελα να κάνω κάποιες σκέψεις ξεκινώντας από το κατακλείδι της. Τελειώνοντας όλη αυτή την αφήγηση, λέει, δεν πήγα στην Τουρκία, δεν πήγα ταξίδι εν αναψυχής, Χατζηλίκι έκανα.
Για φανταστείτε τι βαριά έκφραση είναι αυτή, ότι για μας όλο αυτό, όλα αυτά τα μέρη, όλα αυτά οι τοποθεσίες, δεν είναι μια απλή τουριστική περιήγηση ή άντε μια ανάμνηση κάποιων παλιών προγόνων που πέρασαν και από εκεί.
Είναι μια βαθύτατη υπαρξιακή ανάγκη που πρέπει να τονιστεί. Δηλαδή η δικιά μας Ιερουσαλήμ ή η δικιά μας Μέκκα είναι οι πατρίδες της καθ’ ημάς Ανατολής. Το λέει με τόσο ποιητικό και όμορφο τρόπο που εμένα πραγματικά με συγκίνησε.
Το ζήτημα είναι γιατί πώς γίνεται τώρα, 100 χρόνια μετά από όλη αυτή η τραγωδία εμείς η τρίτη γενιά και θέλω να πιστεύω και ότι ένα μεγάλο κομμάτι της τέταρτης γενιάς, έχει αυτά τα συναισθήματα.
Πώς δηλαδή δεν άρκεσε ο χρόνος των 100 ετών να εξαφανίσει και να μειώσει όλη αυτή την ένταση. Αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό και χρήζει πολύ μεγάλης ανάλυσης. Πώς δηλαδή το τραύμα του 1922 ήταν τόσο ισχυρό που έως σήμερα συνεχίζεται και βιώνεται βαθύτατα. Δεν βιώνεται επιφανειακά, ως μια αφήγηση, τουριστική, αλλά ως μια υπαρξιακή αίσθηση.
Αυτό είναι το πολύ εντυπωσιακό και αυτό το έχουμε όλοι μας, όσοι τουλάχιστον καταγόμαστε από τις πατρίδες της καθ’ ημάς Ανατολής. Αυτό που έχει ενδιαφέρον, έτσι να πούμε, είναι ποιες είναι οι φάσεις αυτού του τραύματος. Το τραύμα ήταν δυνατό. Ένας ελληνισμός ξεριζώνεται. Ξεριζώνεται έχοντας μια σχέση εντοπιότητας από πατρίδες χιλιόχρονες, υπερχιλιόχρονες. Και ξεριζώνεται με έναν εξαιρετικά βίαιο τρόπο, είτε με την καταστροφή και με τη σφαγή, όπως θα συμβεί στις περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας, της Ιωνίας και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, του Πόντου, είτε με τον επίσης οδυνηρό τρόπο της ανταλλαγής, όπως θα γίνει κυρίως με την Καππαδοκία.
Δεν είναι μια απλή διαδικασία του να αλλάζεις έναν τόπο και να πας πού; Να πας σε έναν άγνωστο τόπο. Σε έναν τόπο που τελικά αποδεικνύεται άξενος, τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες. Πολιτισμικά, γεωγραφικά. Είναι κάτι διαφορετικό αυτό που έχεις εσύ εντυπώσει μέσα σου ως πατρίδα, ως γενέθλιος τόπος.
Οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, σαφώς κουβαλούν ένα τρομερό τραύμα. Αυτό το ζήσαμε όσοι μεγάλωσαν με γιαγιάδες και παππούδες, αυτό το έζησαν. Όταν ακόμα και 70 χρόνια μετά έλεγαν η πατρίδα και φυσικά δεν εννοούσαν τα Βαλκάνια, αλλά τους μικρασιατικούς και ποντιακούς τόπους. Αυτό που θα άξιζε να πούμε, έτσι να δώσουμε κάποια περισσότερα στοιχεία, για να καταλάβουμε την ένταση της εποχής εκείνης, η οποία αποσιωπήθηκε.
Ξέρετε, η σημασία των μικρασιατικών και ποντιακών γεγονότων είναι αντιστρόφως ανάλογη του ενδιαφέροντος που επιδείχθηκε στη μητέρα πατρίδα. Και αυτό από μόνο του είναι ένα αντικείμενο προς μελέτη. Δηλαδή, ποια είναι η νεοελληνική ταυτότητα, η νεοελληνική ιδεολογία μετά το 1922, που οδηγεί συνειδητά τις ελίτ στην αποσιώπηση, και όταν λέμε τις ελίτ εννοούμε το σύνολο των ελίτ, των πολιτευόμενων και των αντιπολιτευόμενων.
Είναι μια ενιαία, θα λέγαμε, αντίληψη όλου του πολιτικού κατεστημένου, ένθεν κακείθεν, στο να απομειώσουν τη σημασία εκείνων των γεγονότων. Καταρχάς, εγώ θα δώσω επιγραμματικά κάποια σημεία για να καταλάβουμε την ένταση της ιστορικής εκείνης στιγμής.
Οι Έλληνες στη Μικρά Ασία και στον Πόντο και στην Ανατολική Θράκη ήταν περίπου 2 με 2,5 εκατομμύρια το ‘14 τις παραμονές που ξεκινούν τα μεγάλα γεγονότα των εθνικών εκκαθαρίσεων, των γενοκτονιών, του πολέμου που θα ακολουθήσει κ.λ.π.
Την ίδια εποχή στην Ελλάδα, στην Μητροπολιτική Ελλάδα, στον ελεύθερο χώρο, ο ελληνικός πληθυσμός ήταν 4,5 με 5 εκατομμύρια. Δείτε πόσο μικρές διαφορές υπήρχαν πληθυσμιακά, αλλά και πόσο μεγάλες ένα επίπεδο κοινωνικής συγκρότησης.
Συνέβη ένα παράδοξο φαινόμενο που δεν το συναντούμε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Στην ελεύθερη Ελλάδα δεν μπόρεσαν να διαμορφωθούν εκείνα τα κοινωνικά στρώματα τα οποία θα επέτρεπαν ένα πραγματικό και γνήσιο εκσυγχρονισμό -είναι η ιστορική κακοδαιμονία ότι δεν μπόρεσε το 1821 να εδραιωθεί στα κέντρα του ελληνικού κόσμου εκείνη την εποχή, έτσι τα έφερε η ιστορική μοίρα- δεν μπόρεσε να αναπτύξει δηλαδή, αυτό που θα λέγαμε μια προοδευτική αστική τάξη, η οποία θα μπορούσε πάνω της να πάρει το μεγάλο εγχείρημα του εκσυγχρονισμού.
Αντιθέτως, και κοιτάξτε ποια είναι η ειρωνεία της ιστορίας, αυτού του τύπου η τάξη θα φτιαχτεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν βεβαίως η Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλάζει, εκσυγχρονίζεται, περνάει την εποχή του Τανζιμάτ και εκεί θα δούμε τους Έλληνες να ανθίζουν, κυριολεκτικά να εμφανίζονται στρώματα τα οποία δεν υπήρχαν στην ελεύθερη Ελλάδα.
Σήμερα ξέρουμε με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε. Το ’14 το 50% με 60% του επενδυμένου οθωμανικού κεφαλαίου ανήκε σε Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Καταλαβαίνετε ποια είναι η ισχύς. Ένας πληθυσμός που είναι το 20% του συνολικού πληθυσμού να ελέγχει το 40% και 50% της οικονομίας.
Αυτό από μόνο του δικαιολογεί το γιατί οι Νεότουρκοι, αυτοί οι ακραίοι εθνικιστές στοχοποιούν αυτά τα στρώματα και αυτές τις εθνικές ομάδες. Τέλος πάντων μεγάλη είναι η ιστορία και πολλές φορές την έχουμε πει αγαπητοί φίλοι. Το ζήτημα είναι ότι αυτό τελειώνει κάποια στιγμή. Τελειώνει μέσα από τον δικό μας εθνικό διχασμό.
Ο δικός μας εθνικός διχασμός διαμόρφωσε τη σύγχρονη Εγγύς Ανατολή και τις σύγχρονες γεωπολιτικές σχέσεις, όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχόμαστε ή να το λέμε, γιατί ακριβώς μας τραυματίζει εκείνη η σύγκρουση βασιλοφρόνων με φιλελεύθερους.
Με δυο αντιδιαμετρικές στρατηγικές, στην εποχή που κατέρρεε ο κόσμος της Εγγύς Ανατολής, ξαναφτιάχνονταν οι νέες ισορροπίες, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποχωρούσε από το ιστορικό προσκήνιο και στις θέσεις έρχονταν τα νέα εθνικά κράτη, εκεί εμείς φανήκαμε βαθύτατα διχασμένοι.
Βαθύτατα προβληματισμένη όσον αφορά την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Το αποτέλεσμα η ήττα, όμως μια ήττα σκληρή, μια ήττα που συνοδεύτηκε με την ολοκλήρωση των γενοκτονιών που ονειρεύτηκαν οι Νεοτουρκοί.
Και στην Ελλάδα θα έρθουν 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες. Μόνο που την πρώτη δεκαετία του 20 σήμερα ξέρουμε ότι θα χάσουν τη ζωή τους από τις άθλιες συνθήκες ζωής και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς αυτό το τόπο, 200 με 250 χιλιάδες άνθρωποι.
Φανταστείτε τον καιρό σήμερα και αναλογιστείτε πώς ζούσαν οι πρόσφυγες το χειμώνα του 1922 και έζησαν για χρόνια μέσα στις σκηνές, περιθωριοποιημένοι μακριά από τους αστικούς χώρους κλπ.
Αυτό από μόνο του δείχνει τη μεγάλη τραγωδία του Μεσοπολέμου που βίωσε ο ελληνισμός. Η μεγάλη κοινωνική αντίθεση του Μεσοπολέμου, που είχε και πολιτικές εκφράσεις, ήταν η ύπαρξη του προσφυγικού ζητήματος.
Το θέμα είναι ότι από ένα σημείο και πέρα όλα αυτά συνειδήτα αποσιωπήθηκαν. Και πότε αποσιωπήθηκαν; Από το 1930 όταν υπεγράφει η ελληνοτουρκική συνθήκη φιλίας, λογικό από άποψη κρατικών συμφερόντων, γιατί οι νέες απειλές ήταν η Βουλγαρία, ήταν η Ιταλία, άρα έπρεπε η Ελλάδα να εξασφαλίσει τα ανατολικά της σύνορα.
Όμως κάποιος θα έπρεπε να πληρώσει αυτή τη ρύθμιση και αυτή την ομαλοποίηση. Ποιος ήταν αυτός; Οι πρόσφυγες. Πια το ιστορικό βάρος της εμπειρίας τους, υπήρξε άχθος για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Άρα από το ‘30 και πέρα όλα αυτά θα έπρεπε να ξεχαστούν, να μειωθούν, να σταματήσουμε να μιλάμε για αυτά που συνέβησαν. Και βεβαίως, δυστυχώς, λίγο μετά θα έρθουν οι νέες τραγωδίες της δεκαετίας του ‘40, που πλέον τα νέα τραύματα θα έχουν να επικαθίσουν επάνω στα παλιά τραύματα του 1922. Και τα τραύματα της δεκαετίας του ‘40, κατοχή, εμφύλιος, έρχονται να διαλύσουν τελείως και ό,τι είχε απομείνει και ό,τι είχε διασωθεί.
Έτσι λοιπόν, πότε θα μπορέσουν οι ίδιοι οι γόνοι των προσφύγων και οι πρόσφυγες να αρθρώσουν το λόγο τους, να μιλήσουν για τη δική τους ιστορική εμπειρία, να διεκδικήσουν την ενσωμάτωση αυτής της εμπειρίας στο συλλογικό εθνικό αφήγημα; Την εποχή της μεταπολίτευσης.
Λογικό αυτό. Αν δούμε και οι Αρμένιοι τη δεκαετία του ‘70 μίλησαν. Οι Εβραίοι τη δεκαετία του ‘80 μίλησαν για το ολοκαύτωμά τους. Πάντα απαιτείται να υπάρχει ένα διάστημα ωρίμανσης, απορρόφησης του τραύματος.
Στην ελληνική περίπτωση όμως και των προσφύγων ειδικά, μεσολαβεί και η δεκαετία του ‘40 που κάνει ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Αλλά από τη δεκαετία του ‘80 και κυρίως από το δεύτερο μισό, έρχεται αυτό το κίνημα των προσφύγων για να μιλήσει και να πει, κοιτάξτε εκτός από την επίσημη ιστορία του 1821 του Μακεδονικού αγώνα, υπάρχει και η τραγωδία της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Και απαιτούμε, γιατί είμαστε πλέον όλοι πολίτες αυτού του κράτους, συνέλληνες, αυτή η εμπειρία να ενσωματωθεί στο επίσημο ελληνικό εθνικό αφήγημα.
Αυτό ζήσαμε στη γενιά και δικιά μας και μέσα από αυτή τη διαδικασία είχαμε τις δύο αναγνωρίσεις των γενοκτονιών. Τώρα το γιατί δύο, είναι μεγάλη ιστορία, αλλά δεν έχει σημασία, είναι μια μεγάλη κατάκτηση.
Το ελλαδικό πολιτικό σύστημα κλείνει τις εκκρεμότητες με τους πρόσφυγες του 1922, στη δεκαετία του 1990 μόλις, θεσπίζοντας τις δύο ημέρες μνήμης, 19 Μαΐου για τον Πόντο, 14 Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας.
Όμως αυτή η ύψιστη κατάκτηση της κοινωνίας των πολιτών ελάχιστα πέρασε, ελάχιστα αφομοιώθηκε από την ίδια την κοινωνία, από το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Μπορούμε να πούμε ότι προσπαθούμε έως σήμερα, όλα αυτά να τα μετατρέψουμε σε πραγματικά, σε κοινό τόπο όσον αφορά τη γνώση και τη μνήμη και το συναίσθημα. Δεν είναι εύκολος ο δρόμος, γι’ αυτό το βάρος είναι στους φορείς τους ευαίσθητους. Οι φορείς είναι οι πρόσφυγες, οι οποίοι το ενσωματώνουν. Εμείς ως μονάδες οι οποίοι το βιώνουμε ως βαθύτατο τραύμα που ακόμα έως σήμερα, 100 χρόνια μετά, παραμείνει ισχυρό. Οι φορείς οι ευαίσθητοι, όχι όλοι. Η εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση. Όλοι αυτοί είναι οι αναγκαίοι φορείς που θα πρέπει κάποια στιγμή να ολοκληρώσουν την τραγωδία.
Δεν έχει ολοκληρωθεί η τραγωδία. Η τραγωδία θα ολοκληρωθεί όταν ο κάθε Έλληνας θα το βιώσει ως δικό του το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οπότε εγώ ήθελα να πω συγχαρητήρια στην Τάνια Λαζαρίδου. Μας χάρισε ένα πραγματικά σπάνιο πόνημα. Είναι από τα καλύτερα περιηγητικά κείμενα που εγώ έχω διαβάσει για τις πατρίδες της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Συγχαρητήρια.
Σχολιασμός Γεωργίας Λαγουμτζή
Είναι τιμή μου που βρίσκομαι εδώ ανάμεσά σας, ανάμεσα στους συναδέλφους, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της κυρίας Λαζαρίδου. Ένα από τα αυθεντικότερα και αμεσότερα έργα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Θα ήθελα να πω δύο λόγια για την εμπειρία της ανάγνωσης, γιατί περί εμπειρίας πρόκειται. Οι τόποι της μνήμης, τα προσωπικά αλλά και συλλογικά συναισθήματα αποδίδονται με φόντο την ιστορία. Ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολυεπίπεδη αφήγηση που τον οδηγεί στον αναστοχασμό των δικών του συναισθημάτων και ιστορικών γεγονότων.
Το οδοιπορικό σε μια Τουρκία που κυριάρχησε ο ελληνισμός αποτελεί μόνο το πρόσχημα για να ζωντανέψει η αρχαία Βυζαντινή, Οθωμανική και σύγχρονη ιστορία πολέμων, διωγμών, οργανωμένων πορειών θανάτου από τα παράλια στην ενδοχώρα και της ανταλλαγής πληθυσμών, καθώς φέρνει πιο κοντά μας τα ιστορικά πρόσωπα, αθώα θύματα και θύτες. Το ταξίδι της συγγραφέως είναι ένα ταξίδι στους τόπους της μνήμης, ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής και ως τέτοιο είναι πολύτιμο για όλους εμάς που βρισκόμαστε σήμερα εδώ, ως μάρτυρες και συνοδοιπόροι στη μνήμη που πεισματικά εμμένει κόντρα στη λήθη.
Ως κοινωνιολόγος έχω βρεθεί πολλές φορές σε συζητήσεις που αντιπαραβάλλουν τη μνήμη με την ιστορία. Η ιστορία εμφανίζεται συνήθως ως ένας επιστημονικός κλάδος με κανόνες που σχετίζονται με τη συλλογή των ιστορικών αποδείξεων, οι οποίες στη συνέχεια αξιολογούνται από ομότιμους συναδέλφους, ενώ η μνήμη στερείται παρόμοιας επιστημονικής υπόστασης.
Ο Τζέι Γουίντερ πρότεινε τον όρο ιστορική θύμηση για να ξεπεραστεί ο άκαρπος πλέον διαχωρισμός. Πιστεύω ότι η κυρία Λαζαρίδου κατάφερε να συνδυάσει απόλυτα την ιστορία, τις μνήμες, συγκινητικές, όπως οι σχέσεις με τη φίλη της από την Τραπεζούντα, που την αποκαλούσε ρίζαμ’ και στερέαμ’, ή η άνοιξη της Ματσούκας και οι σκληρές, οι λευκές πορείες στην περιοχή της Αμάσιας.
Μάλιστα, διαβάζοντας το βιβλίο, υπήρξαν και στιγμές που ένιωσα ότι το ταξίδι της μνήμης στην ιστορία, συμπλήρωνε τις όποιες παραλείψεις, γενικεύσεις της ιστορίας.
Όπως βλέπουμε, η μνήμη είναι συνυφασμένη με τα προσωπικά συναισθήματα και ένα ακόμα χάρισμα αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας τα μοιράζεται με τον αναγνώστη στο πλαίσιο μιας μοναδικής προφορικής ιστορίας του συλλογικού τραύματος της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Οι τραυματικές αφηγήσεις δίνονται το μέσο για να τοποθετηθούμε απέναντι στην ιστορία. Η μνήμη χαρτογραφεί τις προσωπικές εμπειρίες ως κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα. Δημιουργεί ένα γνωστικό χάρτη που μας καθοδηγεί ώστε να κατανοήσουμε την καταγωγή μας, το μέλλον μας, αυτή την ίδια την ταυτότητά μας. Ταυτόχρονα, η μνήμη παύει να είναι μια υποκειμενική διαδικασία, μάλιστα έχει θέση ανάμεσα στις καθοριστικές στιγμές που δημιουργούν συγκεκριμένες μνημονικές κοινότητες όπως διάφοροι ιστορικοί μας λένε.
Το βιβλίο που μας έφερε όλους εδώ αποσκοπεί ακριβώς σε μια τέτοια κοινότητα που μοιράζεται την ιστορία, νοηματοδοτεί το χώρο και φυσικά μεταδίδει τη μνήμη από γενιά σε γενιά φέρνοντας πιο κοντά ζωντανούς και νεκρούς.
Στο βιβλίο βλέπουμε πως το τραύμα που συμβολίζεται με τη χαμένη πατρίδα, όπως λέει η κυρία Λαζαρίδου, η πατρίδα έμεινε κρυμμένη για πάντα μέσα του σαν μια βαθιά πληγή, με τους τόπους μαρτυρίου στο δυτικό Πόντο και με τη Μικρασιακή εκστρατεία, όχι μόνο, βλέπουμε ότι όλα αυτά όχι μόνο δεν κατέστρεψαν τις ρίζες αυτών που υπέφεραν, αντίθετα τις ενίσχυσαν.
Αυτό μάλιστα που μας ξαφνιάζει είναι ότι οι τόποι της μνήμης παραμένουν ζωντανοί, παρά την απουσία όλων εκείνων των απτών συμβόλων που συνήθως την κρατούν ζωντανοί. Μνημεία, μουσεία, ακόμα και κοιμητήρια που θα μπορούσαν να μας θυμίσουν τι έγινε εκεί στη δεκαετία 1914-1924, είναι ανύπαρκτα. Μέσα στην απουσία αυτή μόνο προϋπόθεση αποτελεί βούληση στη μνήμη.
Αλλά ακόμα κι αν υπήρχαν όλα αυτά τα σύμβολα που απαιτούνται, θα ήταν μόνο για συγκεκριμένους ιστορικούς τόπους. Στην προκειμένη περίπτωση, η βούληση στη μνήμη είναι αλληλένδετη με την αίσθηση του καθήκοντος. Το βιβλίο αυτό είναι το αποτέλεσμα της απόλυτης σύμπτωσης και των δύο.
Αλλά για να φτάσουμε ως εδώ, απαιτήθηκε και κάτι ακόμα. Η παγίωση μιας γενεακής συνείδησης. Αν και έχουν βαθιές ρίζες στη διανοητική ζωή του 19ου αιώνα, οι κύριες προσπάθειες ανάπτυξης γενεακών θεωριών έλαβαν χώρα στο Μεσοπόλεμο αφενός ως απάντηση στη διάδοση της μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων και αφετέρου ως προσπάθεια ανάλυσης των συλλογικών αναπαραστάσεων όλων όσων είχαν βιώσει τα συγκλονιστικά γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της Μεγάλης Ύφεσης.
Ο δεύτερος παγκόσμιος σήμανε την απόλυτη αντιστροφή. Η επιδραστικότητα της έννοιας της γενεάς αντικαταστάθηκε με αυτή της τάξης, καθώς ο πόλεμος ήταν ολοκληρωτικός και επηρέασε το σύνολο των κοινωνιών που ενεπλάκησαν και όχι μια γενιά στρατιωτών.
Η ανάκαμψη της έννοιας της γενεάς σημειώθηκε χάρη στα νεολαιίστικα κινήματα της δεκαετίας του 1960. Στο πλαίσιο αυτό η θεωρία του Μάνχαϊμ υπήρξε πιο επιδραστική, καθώς λόγω του αναλυτικού της βάθους εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Μία γενεά υφίστανται, αν και μόνο αν, μια ομάδα ατόμων που έχουν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο, μοιράζονται μια ιστορική εμπειρία, συνήθως τραυματική, γεγονός που δημιουργεί μια κοινή αντίληψη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η έννοια των γενεών άνθησε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η ανάγκη για τη δημιουργία μιας κοινότητας ήταν επιτακτική. Ο πόλεμος δημιούργησε μια συναισθηματική κοινότητα ανάμεσα στους στρατιώτες. Είναι άπειρες οι μελέτες γύρω από αυτό το θέμα. Για παράδειγμα, οι Σούμαν και Σκότ πειραματίζονται πάνω στη θεωρία του Μάνχάϊμ σχετικά με τη σχέση των γενεών και της μνήμης, ζητώντας από διαφορετικές ηλικιακές ομάδες να ιεραρχήσουν διάφορα ιστορικά γεγονότα με βάση την αντίληψή τους σχετικά με τη σπουδαιότητα των γεγονότων αυτών.
Από τη μελέτη προκύπτουν σημαντικές διαφορές στις απαντήσεις που καταδεικνύουν ότι, πρώτον, οι γενεαλογικές διαφορές όσον αφορά τη μνήμη είναι ιδιαίτερα ισχυρές, δεύτερον, η εφηβεία και η ενηλικίωση αποτελούν περιόδους στις οποίες μπαίνει η γενεακή σφραγίδα, τουλάχιστον με την έννοια της πολιτικής και τραυματικής μνήμης και όπως γράφει ο Μάνχάϊμ, στη νεότητα, καθώς η ζωή είναι καινούρια, οι δυνάμεις της διάπλασης μόλις εμφανίζονται και οι βασικές θέσεις κατά την εξέλιξή τους εκμεταλλεύονται την πλαστικότητα των νέων καταστάσεων.
Τέλος, οι μνήμες γίνονται κατανοητές μόνο στα πλαίσια πρότερων εμπειριών. Είναι πολλά τα ερωτήματα που προκύπτουν για τον ερευνητή με βάση τη θεωρία του Μάνχάϊμ. Πως άτομα που γεννήθηκαν σε διαφορετικές περιόδους θυμούνται και αξιολογούν πρότερες στιγμές;
Πολλά κρίνονται από το αν είχαν εμπειρία του γεγονότος οι ίδιοι και πόσο μεγάλοι ήταν όταν συνέβη το γεγονός, πόσο μεγάλοι ή νέοι. Μελέτες έχουν πλέον αποδείξει ότι άτομα στα νεανικά τους χρόνια, χρόνια διαμόρφωσης του χαρακτήρα, έχουν δυνατές αναμνήσεις από τις ιστορικές στιγμές που ζουν. Η αξιολόγηση ιστορικών αναμνήσεων διαμορφώνονται από τις γενεές. Γενεές και μνήμες αλληλεπιδρούν, όχι ως αποτέλεσμα κάποιων αντικειμενικών χαρακτηριστικών της κοινωνικής και πολιτισμικής δομής, αλλά λόγω των κοινωνικών εμπειριών και άρα και ομοιοτήτων στις ατομικές αναμνήσεις των ιστορικών γεγονότων.
Όσο κι αν είναι κοινές και συλλογικές, οι ιστορικές εμπειρίες δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κύριος συστατικό της γενεακής δομής παραμένει η ατομική εμπειρία. Όπως αναφέραμε, η γενεακή μέθοδος του Μάνχάϊμ, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι τα μέλη μιας γενιάς παίρνουν μέρος στην ιστορική πορεία με τρόπο που είναι πεπερασμένος χρονικά και ως εκ τούτου πρέπει συνεχώς να μεταβιβάζουν τη συσσωρευμένη πολιτιστική κληρονομιά σε νέες ηλικιακές ομάδες.
Η ταυτότητα μιας γενιάς και η ιστορική μνήμη και παράλληλα η σχέση βιογραφίας και ιστορίας αναδεικνύεται περισσότερο αν αναλογιστούμε τη διάκριση των γενεών σε τρεις συνιστώσες.
Τη γενεά ως θέση, που διαιρεί τη βιολογική οικιακή ομάδα σε συγκεκριμένες πολιτισμικές περιοχές. Παραδείγματος χάρη, οι Κινέζοι και οι Γερμανοί που γεννούνται τον ίδιο χρόνο δεν ανήκουν στην ίδια γενεακή θέση. Αντίθετα, η θέση αυτή ορίζεται από τη συμμετοχή σε μια κοινή μοίρα ως μια ευαισθησία στην αντίληψη της κοινωνικής μεταβολής. Κάθε διαφορετική γενεά έχει ξεχωριστή ιστορική συνείδηση.
Δεύτερη συνιστώσα, η γενεά ως πραγματικότητα, εμπειρίες, πρώτη γραμμή του πολέμου, κρίση, ενηλικίωση μέσα στην πραγματικότητα της κρίσης, κοινά βιώματα, μια ιδιαίτερη τάση προς την επίτευξη στόχων είναι τα στοιχεία αυτής της συνιστώσας.
Οι γενναίες που υφίσταται πραγματικά, δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο απαραίτητα στα κοινά προβλήματα. Κάθε γενιά ως πραγματικότητα διαιρείται σε συγκεκριμένο αριθμό γενεαλογικών μονάδων. Άτομα που ανήκουν στην ίδια πραγματική γενιά κατασκευάζουν το υλικό των κοινών τους εμπειριών με διαφορετικούς τρόπους και αποτελούν ξεχωριστές γενεακές ομάδες.
Τρίτον, στη θεωρία των γενεών του Μάνχάϊμ τα άτομα καθορίζονται από την ιστορική διάσταση της κοινωνικής διαδικασίας που κυριάρχησε κατά τη νεότητά τους και είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση των κοινωνικών γενεών. Η βιογραφία του κάθε ατόμου διαμορφώνονται από την κοινωνικοϊστορική θέση του και από τη συμμετοχή του στα γεγονότα του καιρού του.
Όπως έλεγε και ο Τέγκα Ιγκασέτ, ένας άλλος πρώιμος συζητητής της έννοιας της γενιάς, το άτομο εισέρχεται σε έναν κόσμο με προυπάρχουσες πεποιθήσεις, τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσει. Αφετέρου, πόλεμοι, επαναστάσεις, επιδημίες και κοινωνικές κρίσεις συνιστούν μεγάλα ιστορικά γεγονότα που παρέχουν τους δείκτες και τους σηματοδότες με τα οποία οι άνθρωποι βάζουν τάξη στο παρελθόν τους και συνδέουν το προσωπικό τους πεπρωμένο με εκείνο της κοινότητας μέσα στην οποία ζουν.
Η κυρία Λαζαρίδου, τρίτη γενιά πλέον, μας αποκαλύπτει την ιστορική διάσταση, την γενεακή θέση, αλλά και τη βιωματική διάσταση της πραγματικής γενιάς, κυρίως όμως μας διδάσκει ότι το παρόν αξιοζήλευτο οδοιπορικό της, έχει άμεση σχέση, όχι μόνο με τις ιστορικές πηγές αλλά και με τη διαμόρφωση της μνήμης για τις γενιές που έρχονται.
Ένας μικρός επίλογος, στην ποιητική του, ο Αριστοτέλης, αναρωτήθηκε γιατί θέλουμε να ξαναζήσουμε τραυματικές εμπειρίες και η απάντησή του ήταν ότι το κάνουμε γιατί ακόμα και αυτές οι αρνητικές εμπειρίες αποτελούν μια μορφή κάθαρσης.
Η αλήθεια είναι ότι μέσω εκδηλώσεων μνήμης όπως η συγγραφή του βιβλίου, που σήμερα έχουμε την τιμή να παρουσιάζουμε, θέλουμε να ξαναζήσουμε το τραύμα ως ιερή συγκίνηση και κάθαρση.
Οι τελευταίες γραμμές του βιβλίου συνηγορούν σ’ αυτό. Εδώ θα γυρίσω πίσω στον κύριο Αγτζίδη, που μ’ αυτό άρχισε. Αναγάλλιασαν και μαλάκωσαν οι σκόρπιες πονεμένες ψυχές πάνω στα βουνά της Ματσούκας. Ηρέμησε και μένα η ψυχή μου. Δεν πήγα στην Τουρκία. Δεν πήγα ταξίδι αναψυχής. Χατζηλική έκανα.











