“Σα τον άντα” – Ένα διήγημα βγαλμένο από τις προσφυγογειτονιές της Νέας Ιωνίας…

Της συγγραφέως Βούλας Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου – «Σα τον άντα εν έκει», έλεγε το 1960 από όπου και αν περνούσε, δεξιά και αριστερά, στους δρόμους της προσφυγούπολης στα εξήντα της χρόνια η Λενίτσα η κουτσή, σέρνοντας στα αριστερά της το σακατεμένο ποδαράκι της και στα δεξιά της έναν άντρα ή μάλλον ό, τι είχε απομείνει από τον εβδομηνταδιάχρονο και άρρωστο άντρα της.

Πρώτη φορά μετά από χρόνια την έβλεπαν οι γείτονες να χαμογελάει, δείχνοντας  τα φθαρμένα της δοντάκια. Πρώτη φορά έβλεπαν στα θλιμμένα μάτια της μια λάμψη υπερηφάνειας και πρώτη φορά έσπαγε την σχεδόν μόνιμη σιωπή της με την στερεότυπα επαναλαμβανόμενη φράση, που έβγαινε δυνατά από τα βάθη της ταραγμένης και απελπισμένης  ψυχής της σαν κραυγή  χαράς και περηφάνιας:

 

– Σα τον άντα εν έκει

 

Που πάει να πει:  Σαν τον άντρα δεν έχει. Η Λενίτσα ήρθε πρόσφυγας από την Μικρασία, με τους γονείς της και τον  οκτώ χρόνια μικρότερό της αδελφό, κατά τους διωγμούς του 1922 και όλη μαζί η οικογένεια εγκαταστάθηκε το 1923 σε προσφυγική μονοκατοικία στη Νέα Ιωνία της Αττικής.

Ήταν τότε είκοσι τριών χρονών, μία ταλαίπωρη, αποστεωμένη κοπέλα όχι μόνο από τις κακουχίες του ξεριζωμού αλλά και από αναπηρίες που είχε από γεννησιμιού της. Το ένα πόδι της ήταν ατροφικό και λίγο στρεβλό και η ακοή της ήταν περιορισμένη με αποτέλεσμα να μη μιλάει καλά. Δηλαδή έλεγε τις λέξεις αλλοιωμένες, γιατί έτσι τις άκουγε.

Πρώτο μέλημα του πατέρα της, μετά την απόκτηση στέγης, ήταν η επιβίωση της οικογένειας και δεύτερο το μέλλον των παιδιών τους. Εκείνου «έπιαναν τα χέρια του», δηλαδή ήταν δεξιοτέχνης και έτσι όλο και εύρισκε μεροκάματα σε οικοδομές και σε μερεμέτια.

Τον πρώτο καιρό στις προσφυγουπόλεις συνεχιζόταν για πολύ η ανέγερση προσφυγικών κατοικιών, αλλά και οι ήδη εγκατεστημένοι πρόσφυγες έκαναν στα σπίτια τους προσθήκες και μετατροπές κατά τις ανάγκες τους. Ο πατέρας λοιπόν σχεδόν ποτέ δεν έμενε χωρίς δουλειά. Για το τι θα γίνει με τους υπόλοιπους όμως της οικογένειας το συζητούσε με την γυναίκα του: 

-Εσύ θα μένεις στο σπίτι νοικοκυρά. Όλοι σε χρειαζόμαστε. Και με τον μικρό κάτι προσπαθώ να κάνω. Θα τον βάλω μαθητευόμενο να μάθει μια τέχνη. Μά σε φαναρτζίδικο, μά σε μηχανουργείο, ξυλουργείο, όπου βρω. Αυτό που με βασανίζει περισσότερο είναι τι θα γίνει με την  Λενίτσα.

-Αχ, αχ. Αυτό είναι το μεγάλο μας αγκάθι. Τι θα απογίνει αυτό το κορίτσι;

-Αυτό σκέφτομαι και εγώ όλη μέρα. Άκου. Έμαθα ότι η κόρη της Μερόπης που μένει στον πάνω μαχαλά, έπιασε δουλειά σε υφαντουργείο εδώ κοντά. Έμαθα ότι όλα τα γύρω εργοστάσια παίρνουν γυναίκες. Τις προτιμούν, λέει, γιατί τους στοιχίζουν λιγότερο από τους άντρες.

-Ε και τι μ’ αυτό. Αν το λες για την δικιά μας γιατί να την πάρουν έτσι όπως είναι το καημένο; Εννοώ τα προβλήματα που έχει από τότε που γεννήθηκε, ειδεμή άξια και εργατική είναι.

-Μη σκέφτεσαι τις αναπηρίες της. Εγώ μίλησα με την κόρη της Μερόπης. Έχει πολύ καλή ψυχή αυτή η κοπέλα. Την ρώτησα την γνώμη της αν θα μπορούσε να δουλέψει εκεί και η Λενίτσα. Της είπα: «Εσύ την ξέρεις, ξέρεις πως είναι η Λενίτσα μου». Μου είπε ότι εκεί δεν χρειάζεται ούτε να μιλάει, ούτε να περπατάει. Θα κάθεται, λέει, στο πόστο που θα την βάλουν και θα κάνει την δουλειά της με τα χέρια της. Χειρωνακτική εργασία κάνουν, λέει. Ήταν πρόθυμη μάλιστα να μιλήσει στην επιστάτρια. Είναι πολύ πονετικιά η κοπέλα. Αν είναι πονετικιά και οι επιστάτρια και οι εργοδότες κάτι μπορεί να γίνει.

-Αχ μακάρι. Μακάρι. Δεν είναι μόνο που έχει ανάγκη να βιοπορίζεται, αφού ό,τι είχαμε και δεν είχαμε  μας το πήραν οι Τούρκοι, αχ, αχ… Και το ωραίο σπίτι μας και  τις οικονομίες μας και τα κτήματά μας, πάνε όλα. Δεν λέω όμως μόνο για τα λεφτά. Είναι και που θέλει  πάντα κάτι να κάνει. Το βλέπεις, στο σπίτι δεν κάθεται καθόλου. Παντού χώνεται να βοηθήσει. Δεν μ΄ αφήνει να κάνω τίποτα μόνη μου.

-Ξέρω, ξέρω. Θέλει να ξεδίνει με τις δουλειές. Θέλει και να βλέπουν όλοι ότι είναι χρήσιμη. Ότι είναι σαν όλους μας. Με τις δουλειές στο σπίτι όμως δεν λύνεται το μεγάλο πρόβλημά μας. Όπως λες, με τι λεφτά θα ζήσει όταν θα μείνει μόνη της; Όταν εμείς πεθάνουμε τι θα κάνει; Γι΄ αυτό σου λέω, αν μπορέσει να γίνει εργάτρια θα είναι καλά. Δύσκολα βέβαια θα είναι. Πολύ δύσκολα εκεί βγαίνει το μεροκάματο, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Με την δουλίτσα της θα βάλει και κάποια χρήματα στην μπάντα, κάτι θα τις αφήσουμε και μείς όταν πεθάνουμε. Έτσι θα μπορέσει να πορευτεί στη ζωή της.

 

Λίγες μέρες μετά η Λενίτσα έπιασε δουλειά. Στην αρχή ήταν πολύ φοβισμένη. Φοβόταν το άγνωστο. Άγνωστο περιβάλλον, άγνωστοι άνθρωποι και άγνωστες καταστάσεις για ένα τόσο ιδιαίτερο πλάσμα που για πρώτη φορά έσπαγε και έβγαινε από το κέλυφος της οικογενειακής προστασίας. Σχεδόν αμέσως όμως αναθάρρεψε.

Οι εργοδότες, όποτε την έβλεπαν, της χαμογελούσαν με συμπάθεια, η επιστάτρια την περιέβαλε με μεγάλη κατανόηση και οι άλλες εργάτριες, γυναίκες ταλαίπωρες βασανισμένες, ευχαρίστως της έδειχναν και την συμβούλευαν τι να κάνει.  Ευτυχώς όλα όσα έπρεπε να κάνει της φάνηκαν εύκολα.

Έτσι γρήγορα τα χέρια της πήραν μπρος και σε δεξιοτεχνία και σε ταχύτητα. Αυτό της έδωσε πολύ μεγάλη ικανοποίηση γιατί αισθανόταν ότι όλο και κέρδιζε την αποδοχή και επιδοκιμασία του επαγγελματικού περιβάλλοντος, κάτι που είναι η δεύτερη απολαβή μετά τον μισθό για κάθε εργαζόμενο.

Δύσκολα χρόνια τότε για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους της ζωής. Όλοι οι εργάτες των εργοστασίων νύχτα πήγαιναν στην δουλειά, πολύ πριν τα χαράματα και νύχτα γύριζαν αργά το απόγευμα.

Δούλευαν χωρίς ωράριο, κάτω από πανάθλιες συνθήκες σε ανήλιους, τεράστιους χώρους ημιτελούς κατασκευής, σαν σε εγκαταλειμμένα γιαπιά, εκτεθειμένοι  σε ακραίες θερμοκρασίες ψύχους τον χειμώνα και ζέστης το καλοκαίρι.

Σκλαβιά δηλαδή, που την υπέφεραν γιατί τους εξασφάλιζε  ένα μικρό αλλά σίγουρο έσοδο, κάτι τότε τόσο πολύτιμο. Άντεχαν από ανάγκη αυτές τις σχεδόν απάνθρωπες συνθήκες, αλλά η καταπόνηση ήταν έκδηλη στα πρόσωπά τους. Όχι όμως και στο πρόσωπο της Λενίτσας.

Γι’ αυτήν η δουλειά στη σκέψη της ήταν επίτευγμα. Ήταν στοίχημα και στόχος που με οποιεσδήποτε συνθήκες ήθελε να τον πετύχει. Γι’ αυτό και ουδέποτε βαρυγκωμούσε. Έδειξε στη δουλειά, όπως και στη ζωή, τεράστια ψυχική δύναμη  και αξιοθαύμαστη επιμονή, υπομονή, πειθαρχία και εγκαρτέρηση.

Χαίρονταν οι γονείς με την επιτυχία του εγχειρήματος να σταθεί οικονομικά και να τονωθεί ψυχολογικά, αυτό το κακότυχο από την φύση πλάσμα, που το είχαν μεγάλη έννοια. Μάλιστα ο πατέρας, όσο ο καιρός περνούσε τόσο άφηνε ελεύθερη την ελπίδα, σαν σειρήνα, να τον πλανέψει προχωρώντας περισσότερο τα σχέδιά του για το μέλλον της κόρης του. Όταν ωρίμασαν οι σκέψεις του, είπε στη μάνα:

-Έχει την δουλίτσα της. Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει πέφτει το παραδάκι. Μικρό αλλά πολύτιμο για την Λενίτσα. Αν είχε και ένα κεραμίδι δικό της, που λέει ο λόγος, κάποιο σπιτάκι δηλαδή, ίσως να θελήσει να την στεφανωθεί κανένας ταλαίπωρος, που δεν θάχει στον ήλιο μοίρα, από αυτούς ντε που καταφθάνουν στην πόλη μας από την επαρχία μπας και δουλέψουν στα εργοστάσια. Νάχει και αυτή μια συντροφιά, ένα στήριγμα, όταν κούφια η ώρα, μας πάρει ο Θεός.

-Καλά και άγια θα ήταν. Αλλά μην ξεγελιόμαστε. Πρώτα απ’ όλα η δουλειά δεν είναι σίγουρη. Αν θέλουν να διώξουν εργάτες; Την κόρη μας θα διώξουν στην κατάσταση που είναι.

-Κάθε άλλο. Ακριβώς λόγω της κατάστασής της θα είναι η τελευταία που θα φύγει από κει μέσα. Έχει σίγουρη δουλειά σου λέω. Κανένας δεν θα πάρει το κρίμα στο λαιμό του να την πετάξει στον δρόμο. Υπάρχει και ανθρωπιά, υπάρχει και το τι θα πουν οι άλλοι. Γιατί άλλωστε να την διώξουν; Και εργατική είναι και πρόθυμη. Αν δεν ήταν, θα την έδιωχναν από την αρχή όσο και να συμπονούσαν.

-Αχ μακάρι. Μακάρι και να βρισκόταν, όπως λες και κάποιος άντρας γι’ αυτήν. Δεν ελπίζω. Αλλά πάλι άμα θέλει ο Θεός. Αχ να γινότανε. Να τανε  και πονετικός, να της δείχνει λύπηση και γιατί όχι και αγάπη. Έχει τόσο καλή ψυχούλα το κακόμοιρο το κορίτσι μας και είναι πάντα τόσο πρόθυμο να προσφέρει. Πιο ζεστή και τρυφερή καρδιά δεν θα βρει αυτός που θα θελήσει να την επάρει. Σπιτάκι όμως που λες που θα βρούμε να τους δώσουμε; Που θα βρούμε τους παράδες; Εκτός και αν της δώσουμε αυτό εδώ και ξεσπιτωθούμε εμείς. Αλλά δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε και τον μικρό.

-Εμείς εδώ μέσα σε αυτό το σπίτι θα ζήσουμε  και μετά θα το αφήσουμε στον γιο μας. Για το σπίτι της Λενίτσας κάθομαι και σκέφτομαι και λέω: αν βοηθήσετε όλοι, μπορώ τις Κυριακές ή  και όποτε άλλοτε έχω χρόνο, να το χτίζω μόνος μου πίσω, στο βάθος  της αυλής μας. Δηλαδή τι νομίζεις ότι θα ναι; Κάτι σαν αυτό εδώ. Ένα καμαράκι δηλαδή, με μία  κουζινούλα και ένα μικρό αποχωρητήριο. Τι λες;

 

Όταν το σχέδιο του πατέρα άρχισε να υλοποιείται η  Λενίτσα το αντιμετώπισε θετικά μεν, αλλά με τεράστια δυσπιστία και επιφυλακτικότητα. Η ζωή μέχρι τότε, εκτός από την αγάπη της οικογένειας και την δουλειά, δεν της είχε δώσει κάτι άλλο παρά μόνο προβλήματα.

Δεν έπρεπε με τίποτα να περιμένει κάτι καλό. Δεν έπρεπε να κάνει όνειρα. Είχε μάθει να προστατεύει τον εαυτό της από φρούδες ελπίδες. Ήξερε ότι οι απογοητεύσεις πονάνε περισσότερο από τις στερήσεις. Οι στερήσεις σε δυναμώνουν, οι απογοητεύσεις σε καταβαραθρώνουν. Το είχε νιώσει από παιδί. Δεν ήταν χαζή να μη καταλαβαίνει. Καλύτερα λοιπόν να κρατάει μικρό καλάθι.

Παρόλα αυτά ρίχτηκε και η ίδια με όλες της τις δυνάμεις στη μάχη του κτισίματος της «υποτιθέμενης» προίκας της, αφού είδε τον πατέρα της αποφασισμένο. Κουβαλούσε και αυτή όσο μπορούσε λάσπη και πλίνθους και κατά διαστήματα ξέβγαζε τα λασπωμένα χέρια της και ανασκουμπωνόταν να φέρνει καφέδες, δροσερό νερό και μεζέδες για όλους τους.

Τελειωμένο με τα κόκκινα κεραμίδια, με ασβεστωμένους τους τοίχους και με την μυρωδιά της νωπής λαδομπογιάς ήταν αδύνατο να μη προκαλέσει το όνειρο. Λες να μπορέσει να φωλιάσει μέσα του η χαρά και η θαλπωρή; Γιατί αλήθεια όχι;

Το σπιτάκι είχε όλα όσα ήταν απαραίτητα, αρκεί οι άνθρωποι που θάμπαιναν  μέσα να το γέμιζαν αγάπη και γαλήνη. Η  Λενίτσα από την πλευρά της ήταν έτοιμη και πρόθυμη να αδειάσει όλα τα αποθέματα των συναισθημάτων της και να τα ρίξει ακόμα και στα πόδια όποιου δεχτεί να μοιραστεί μαζί της την ζωή του.

Σ΄ εκείνα τα σκληρά, γκρίζα χρόνια της ανέχειας και της βιοπάλης η βιομηχανική ανάπτυξη της προσφυγούπολης προσέλκυε από όλη την Ελλάδα πολλούς απελπισμένους από την φτώχεια, κυρίως άντρες, που αναζητούσαν δουλειά.

Οι στενοί γείτονες και φίλοι ήταν μιλημένοι από τους γονείς της Λενίτσας να έχουν τον νου τους, μήπως της βρουν, μεταξύ των νεοαφιχθέντων, υποψήφιους γαμπρούς. Ήταν δύσκολο βέβαια, λόγω της κακής φυσικής κατάστασης της νύφης, αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ανέφικτο.

Η κυρία Μερόπη, που μέσω της κόρης της βρήκε δουλειά η Λενίτσα στο εργοστάσιο, τους έφερε μια μέρα στην αυλή έναν άντρα πρόθυμο να δει την νύφη και την προίκα της.

 

-Από δω να σας συστήσω τον Ανδρέα, είπε στους γονείς και στην ίδια. Ήρθε από νησί. Νησιώτης είναι δηλαδή. Έχω συγγενείς και φίλους, που μετά τον διωγμό εγκαταστάθηκαν σε αυτό το νησί  και μου τον έστειλαν να τον βοηθήσω. Ψάχνει για δουλειά και για ένα δωμάτιο να μένει. Προς το παρόν τον φιλοξενώ μέχρι να δει τι θα κάνει. Είναι ανύπαντρος και χωρίς υποχρεώσεις. Θέλει μου λέει, που τον ρώτησα, να παντρευτεί. Του μίλησα για την οικογένειά σας, του εξήγησα και όλα για την Λενίτσα  και δεν έχει αντίρρηση να γνωριστείτε και να τα μιλήσετε.

-Καλώς να ορίσει στο σπιτικό μας, είπε ο πατέρας. Λενίτσα σύρε να τρατάρουμε με ένα γλυκό τον μουσαφίρη μας. Κάτσε κυρ Ανδρέα. Έμαθες ότι το σπιτάκι στο βάθος είναι της Λενίτσας μας, άρα και δικό σου, αν τα συμφωνήσουμε;

-Ναι.

-Την κοπελιά μας την είδες. Θάρθει τώρα και θα την ξαναδείς. Είναι κορίτσι μάλαμα, Εργατική σαν σκυλί, νοικοκυρά, χρυσοχέρα, ευγενική, καλότροπη. Να φας φαγητό από τα χεράκια της, άλλο πράμα. Τώρα τα υπόλοιπα τα ξέρεις, αλλά και ρώτα με ό,τι θέλεις.

-Δεν έχω να ρωτήσω κάτι.

-Δηλαδή;

-Συμφωνώ.

-Να την παντρευτείς;

-Ναι.

-Χαίρομαι. Να σε ρωτήσω όμως εγώ κάποια πράγματα;

-Ρώτα με.

-Πρώτα απ΄όλα πόσο χρονών είσαι;

-Σαράντα δύο.

-Α αυτή είναι τριάντα. Έχετε δώδεκα χρόνια διαφορά. Αυτό θάναι καλό, θα ξέρεις από ζωή, θάσαι ψημένος στη δουλειά. Έχεις κάποια ειδικότητα για να δουλέψεις σε εργοστάσιο που θέλεις;

-Όχι.

-Στο νησί ψάρευες; ‘Ησουν ψαράς;

-Όχι ήμουν σε χωριό πέρα στα κατσάβραχα, μακριά από την θάλασσα.

-Κατάλαβα θα δούλευες στα κτήματα.

-Μπα. Δεν σου λέω κατσάβραχα; Χέρσα Γης είναι. Δεν δίνει φαΐ, γιαυτό έφυγα.

-Καλά εδώ σίγουρα κάτι θα βρεις να κάνεις. Τόσοι ανειδίκευτοι φτάνουν από χωριά και όλο και κάπου βολεύονται. Όρεξη να δουλέψει νάχει κανένας. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται. Την Κυριακή, αν θέλεις, έλα το μεσημέρι να πούμε περισσότερα, να φάμε μαζί και να δέσουμε και το προξενιό, αφού λες είσαι σύμφωνος.

 

Η Λενίτσα έμαθε για την κουβέντα, όταν ο γαμπρός έφυγε από το σπίτι. Ένα αμυδρό χαμόγελο έσκασε στα πικραμένα χείλη της. Ήταν χαμόγελο αισιοδοξίας και όχι ευτυχίας. Δύσκολο τόβρισκε να κλειστεί έτσι αμέσως  συμφωνία για γάμο μαζί της, αλλά αφού πέρασε το κατώφλι ο πρώτος μπορεί κάποια φορά να ακολουθήσει και δεύτερος και ποιος ξέρει ο Θεός είναι μεγάλος.

Πάντως αυτός ο συγκεκριμένος καλός ήταν, της άρεσε. Άντρας μέχρι κει πάνω, δεμένος, αψύς, με το μουστάκι του, σωστό αρσενικό. Να την σφίξει στην αγκαλιά του με τα γερά μπράτσα του, να λουφάξει στο φαρδύ  στέρνο του, να αισθανθεί ασφάλεια, να γλυκαθεί.

Η μάνα όμως κρυφά από την κόρη έβγαλε τους φόβους και τις ανησυχίες της στον άντρα της:

 

-Δεν λέω στην εμφάνιση καλός φαίνεται. Δεν ξέρουμε όμως τίποτα γιαυτόν. Με φοβίζει που δεν χαμογελάει καθόλου και που μιλάει λίγο. Με το ζόρι σου απαντούσε. Οι άνθρωποι που δεν μιλούν πολύ και δεν χαμογελούν δεν μαρέσουν. Τις περισσότερες φορές δεν είναι καλοί. Είναι υποχθόνιοι και ύπουλοι. Εγώ δεν τους θέλω καθόλου. Δεν τους μπορώ. Άσε άνθρωπε την γλώσσα σου ελεύθερη να κελαηδήσει, ξεκαρδίσου στα γέλια, δείξε ότι είσαι «έξω καρδιά», ότι τίποτα δεν έχεις να κρύψεις, ότι είσαι καθάριος και ας σε παρεξηγούνε μερικοί για ανόητο ή και για χαζό ακόμα. Αυτοί είναι οι ανόητοι. Μπα για μένα το βλοσυρό, αγέλαστο πρόσωπο ή αδυναμίες  κρύβει ή μπαμπεσιές.

-Τώρα είμαστε για να τα ψιλοκοσκινίζουμε όλα; Είναι  νάχουμε απαιτήσεις; Η κόρη μας και όμορφη δεν είναι και…

-Σουςςςς . Μη μιλάς δυνατά μη μας ακούσει η ψυχούλα μου, το κοριτσάκι μου.

-Που δεν μιλάει πολύ αυτός, ταιριαστός με την δικιά μας θάναι. Αυτή βέβαια δεν θέλει να μιλάει επειδή έχει πρόβλημα. Αλλά σκέψου να ήθελε αυτός κουβεντολόι; Και μένα πάντως πολλά δεν μαρέσανε σε αυτόν. Είναι σαράντα δύο χρονών και δεν κατάλαβα τι έχει κάνει μέχρι τώρα στη ζωή του. Μετά αυτό που δέχθηκε αμέσως με βάζει σε σκέψεις .Θα το τολμήσουμε όμως, θα προχωρήσουμε σε συμφωνία μέχρι το τέλος και ο Θεός βοηθός, γιατί και αυτή μεγαλώνει και εμείς γερνάμε. Αύριο ποιος θα την νοιάζεται; Θα το τολμήσουμε χωρίς άλλο και βλέπουμε.

 

Για τον Ανδρέα η εύρεση δουλειάς καθυστερούσε, αλλά το πρόβλημα της στέγασής του λύθηκε γρήγορα με τον γάμο, που έγινε μέσα σε ένα μήνα με μόνο τους γονείς και τον αδελφό της νύφης με την Μερόπη και την κόρη της, που ήταν και οι κουμπάρες.

Ο γαμπρός δεν είχε κανέναν να καλέσει και αυτό για την νύφη ήταν καλό γιατί δεν ήθελε κόσμο. Η Λενίτσα απέφευγε πάντα να τραβάει τα βλέμματα και να γίνεται επίκεντρο προσοχής. Είχε έναν φόβο με τον κόσμο και περισσότερο όταν δεν τους ήξερε. Έτσι, ανάμεσα στους λίγους δικούς της και αγαπημένους ανθρώπους, αφέθηκε στη μαγεία της τελετής. Μέσα στο κατανυκτικό περιβάλλον του Ναού, γεύτηκε και απόλαυσε απερίσπαστη την ουσία του μυστηρίου, που στους κοσμικούς γάμους καταστρέφει η κοινωνικότητα, η επίδειξη και η προβολή.

Τα σωματικά και οργανικά μειονεκτήματα της, που ήθελε κατά το δυνατόν να κρύβει, την έκαναν μεν απόκοσμη, της έδιναν όμως το πλεονεκτήματα  να μην είναι ματαιόδοξη και αλαζόνας και να εκτιμάει τις πραγματικές αξίες της ζωής.

Αναζητούσε όσο μπορούσε ικανοποιήσεις στις ομορφιές της φύσης όπως στον ήλιο, στο φεγγάρι, στ’  άστρα, στα χρώματα, στις  αιθέριες  μυρωδιές, στην αγάπη των ζώων και αντλούσε δύναμη και ηρεμία από ειλικρινείς στενές κυρίως οικογενειακές ανθρώπινες σχέσεις  όπως  σχέσεις αγάπης, αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης.

Ο γάμος της έδωσε μεγάλη χαρά γιατί ένα ακόμη πρόσωπο έμπαινε στο οικογενειακό περιβάλλον με το οποίο μάλιστα θα αποκτούσε την στενότερη επαφή. Θα είχε έναν άντρα δικό της, σαν κανονική γυναίκα, να την αγγίζει, να την χαϊδεύει και αν γινόταν να την αγαπάει.

Τους άλλους ανθρώπους και κυρίως τους άγνωστους τους φοβόταν και δεν τους πλησίαζε. Πολλές φορές είχε διαισθανθεί  χλεύη και κοροϊδία σε αδιάκριτα βλέμματα. Είχε νοιώσει ακόμα και την σκληρότητα κάποιων, ευτυχώς λίγων, που έβλεπαν με περιφρόνηση τις σωματικές αναπηρίες της και την ήθελαν στο περιθώριο για να καλύπτουν έτσι την δική τους μειονεκτικότητα, κενότητα  και ανασφάλεια από την δική τους συναισθηματική και πνευματική αναπηρία.

Βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι την συμπονούσαν, αλλά και αυτό ακόμα κατά βάθος την πίκραινε. Θα ήθελε, αν γινόταν, να έμενε απαρατήρητη. Να μη προκαλούσε ούτε βλέμματα, ούτε συναισθήματα.

Όχι τον Ανδρέα δεν τον φοβήθηκε. Δεν θέλησε να τον φοβηθεί. Προτίμησε να κάνει την παραδοχή ότι αυτός είναι καλός αφού την δέχθηκε για σύζυγό του. Πολλές φορές στην ζωή ακόμη και ο πιο συνετός άνθρωπος αποφασίζει  να κινηθεί με παραδοχές. Όσο πιο απελπισμένος μάλιστα είναι κάποιος τόσο περισσότερες παραδοχές κάνει. Αυτό δεν είναι το ρίσκο του τυχοδιωκτισμού. Είναι παράθυρα στην ελπίδα.

Έτσι η Λενίτσα  τον πίστεψε χωρίς να της δώσει κανέναν όρκο, τον εμπιστεύτηκε χωρίς να της δώσει καμία υπόσχεση, τον δέχθηκε χωρίς να της δώσει καμία διαβεβαίωση, τον εκτίμησε χωρίς να της δείξει κανένα χάρισμα και τον αγάπησε χωρίς να της χαρίσει ούτε ένα χαμόγελο.

Και όλα αυτά εξ αιτίας της ριμάδας της ελπίδας που σε ευάλωτες στιγμές βρίσκει ανοικτά παράθυρα και χώνεται και φωλιάζει μέσα σου και σιγά σιγά, σταγόνα σταγόνα, σαν ναρκωτικό, αφήνει την αισιοδοξία να σε κατακλύσει παραλύοντας την λογική και διεγείροντας  το συναίσθημα.

Είδε και ο έρωτας το ανοιγμένο στην ελπίδα παράθυρο της Λενίτσας και της έριξε κατευθείαν στην ευαίσθητη καρδιά της τα πυρωμένα βέλη του. Έτσι ερωτευμένη άρχισε να τα βλέπει όλα καλά και ωραία.

Το ζευγάρι από την πρώτη νύκτα εγκαταστάθηκε στο σπιτάκι της προσφυγικής αυλής. Στις δέκα η ώρα το πρωί της επόμενης μέρας άνοιξε η εξώπορτα των νεόνυμφων και βγήκε από μέσα ο γαμπρός φορώντας  ακόμα τις ολοκαίνουργιες πιτζάμες του, δώρο της πεθεράς  του.

Στάθηκε όρθιος για λίγο τεντώνοντας στον αέρα το ένα χέρι ενόσω με το άλλο σκέπαζε το χασμουρητό του και στη συνέχεια ρίχτηκε σε μία από τις δύο πολυθρόνες  κήπου που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά από ένα τραπέζι μπροστά στο παράθυρο.

Καταπράσινες και λουλουδιασμένες γλάστρες και παρτεράκια κατά μήκος των κάτασπρων τοίχων και του φράκτη, όλα φυτεμένα και φροντισμένα από την πεθερά του, έκαναν με τα ζωηρά χρώματα και τις ευωδίες τους τον κήπο μικρό παράδεισο.

Έργο της πεθεράς του ήταν επίσης και η κεντημένη με το χέρι ποδιά που φορούσε πάνω από μία γυαλιστερή λουλουδάτη ρόμπα η νεόνυμφη που βγήκε και αυτή ξοπίσω του φουριόζα κρατώντας έναν δίσκο με ένα  καφεδάκι, δροσερό νερό και κουλουράκια.

Του άφησε τον δίσκο πάνω στο τραπέζι και πριν ξαναμπεί μέσα να συμμαζέψει, στάθηκε για λίγο μπροστά του κοιτάζοντάς τον με τρυφερότητα. Όταν αυτός σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό για να φχαριστηθεί την πρώτη γουλιά του μυρωδάτου καφέ και  ανταμώθηκαν τα βλέμματά τους, την είδε να του χαμογελάει με ένα γλυκό χαμόγελο, γεμάτο ευγνωμοσύνη.

Όλα λοιπόν μαρτυρούσαν ότι το βράδυ είχε εκτελέσει καλά και άριστα τα καθήκοντα του.

Η απόλαυση του καφέ στις δέκα το πρωί στην αυλή συνεχίστηκε και τις επόμενες τρεις μέρες, όσο δηλαδή κράτησε η άδεια για το γάμο που  έδωσαν στην νύφη από το εργοστάσιο. Μετά αυτό γινόταν μόνο τις Κυριακές και τις αργίες, όταν φυσικά ο καιρός το επέτρεπε.

Τις άλλες μέρες η Λενίτσα έφευγε τα χαράματα για την δουλειά. Αυτός τι έκανε τις καθημερινές κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Στην αρχή υποτίθεται ότι έψαχνε για δουλειά. Η πεθερά του όμως τον έβλεπε να βγαίνει αργά από το σπίτι. Τον προβληματισμό της εκμυστηρεύτηκε στον άντρα της:

 

-Αργά ξυπνάει και φεύγει και αργά γυρνάει το μεσημέρι. Τρώει από το φαγητό που τους αφήνω και πέφτει πάλι για ύπνο. Όταν σχολάει η κόρη μας αυτός ξαναφεύγει. Που πάει και τι κάνει;

Που θες να ξέρω. Εγώ σχεδόν όλη μέρα λείπω στη δουλειά. Γιατί ρωτάς εμένα και δεν ρωτάς την κόρη μας.

-Την ρωτάω αλλά και αυτή δεν ξέρει. Έχει προσπαθήσει η καημένη να μάθει αλλά δεν μπορεί να του πάρει κουβέντα. Της λέει ξερά ότι δεν βρίσκει δουλειά, την αγριοκοιτάζει και τότε αυτή μαζεύεται από τον φόβο μη και της κρατήσει κακία.

-Και γω τι θες να κάνω;

-Να του μιλήσεις εσύ. Σαν άντρας προς άντρα.

-Αφού ξέρεις δεν μπορεί κανείς να του πάρει κουβέντα. Αγριεύει η μούρη του. Να τσακωθώ μαζί του, αν θέλετε εσείς οι γυναίκες, μπορώ. Θέλετε;

-Όχι, όχι προς Θεού. Μετά μπορεί να φύγει και τότε η Λενίτσα δεν θα μας συγχωρέσει ποτέ. Δεν βλέπεις πως τον λατρεύει; Θα μαραζώσει από τον καημό της αν τον χάσει. Όπως και νάναι έχει τις γλύκες του ο γάμος. Γλυκάθηκε τώρα και άντε να ξανακοιμηθεί μόνη.

Αυτό σκέπτομαι και δεν μιλάω. Αλλιώς η ψυχή μου το ξέρει πόσο στεναχωριέμαι. Την βλέπω όμως αυτή τόσο ευχαριστημένη. Δουλεύει σαν σκυλί να φέρνει λεφτά, να κουλαντρίζει το σπιτικό τους, να τον περιποιείται και δεν παραπονιέται.  Άραγες πόσα λεφτά του δίνει να ξοδεύει στις τσάρκες του;

Δεν χρειάζεται να του δώσει. Με το που πληρώνεται η Λενίτσα βάζει λεφτά στο ίδιο το κουτί που είχε από τα πριν. Από κει παίρνουν και οι δύο. Αυτή για να ψωνίσει και αυτός για τα τσιγάρα του και για κάνα καφέ, όπως της λέει. Μένουν όμως και κάποια στην άκρη. Τι νομίζεις δεν την έχω ρωτήσει; «Μένουν μάνα», μου λέει, «Μένουν για ώρα ανάγκης και μαζεύονται». Έχει μαζεμένα και από πριν τον γάμο αρκετά. Τι ξόδευε η καημένη; Ούτε για βόλτες, ούτε για λούσα. Σάματις πήγαινε πουθενά ή μήπως πάει τώρα; Αυτός που την πηγαίνει; Εδώ. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Μέσα στο κουτί με τα χρήματα είναι όλα τα περισσεύματα και τα πριν και τα λίγα μετά τον γάμο. Λέει δεν ξοδεύει πολλά αυτός. «Είναι καλός μάνα», μου λέει. «Ε άντρας είναι, θέλει και τα τσιγάρα του θέλει και τον καφενέ του». Έτσι λέει. Τι να της πω εγώ; Να της πω πως και ο πατέρας σου άντρας είναι και μάλιστα μεγάλος στην ηλικία  και με προβλήματα υγείας και δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ;

 

Όσο όμως ο καιρός περνούσε τόσο αυτός περισσότερα χρήματα ξόδευε και τόσο περισσότερο έλειπε από το σπίτι. Μόνο οι χαρές στο κρεβάτι μειώνονταν. Ή θα ήταν κουρασμένος ή δεν θα είχε διάθεση ή δεν θα αισθανόταν καλά. Στο τέλος χωρίς καμία δικαιολογία έπεφτε σε βαθύ ύπνο.

Άλλωστε τι χρειάζονταν οι δικαιολογίες αφού η Λενίτσα ποτέ δεν είχε τολμήσει ούτε καν να του δείξει επιθυμία επαφής, πόσο μάλλον να του το ζητήσει ή να τον προκαλέσει, φοβούμενη ότι αν άκουγε την αλλοιωμένη φωνή της ή έβλεπε το σακατεμένο σώμα της θα του κοβόταν κάβε διάθεση.

Οπότε άφηνε μόνο σε αυτόν τις πρωτοβουλίες. Όταν  αυτός ήθελε της άπλωνε το χέρι και τότε αυτή χουχούλιαζε κάτω από το βαρύ σώμα του.

Από το ρίγος του κορμιού της και την γρήγορη ανάσα της αυτός καταλάβαινε την ηδονή που της πρόσφερε. Έτσι τα βράδια κάνοντας το συζυγικό του καθήκον άδειαζε ό,τι συσσώρευε την ημέρα σαρώνοντας οπτικά τους γυναικείους πειρασμούς που αντάμωνε στις περιπλανήσεις του ή ό,τι συσσώρευε από τις νοσηρές φαντασιώσεις που γεννούσαν οι  άφθονες ώρες της απραξίας του.

Μετά της γύριζε την πλάτη και τραβιόταν στην δική του πλευρά του κρεβατιού. Ούτε ένα χάδι, ούτε μία ζεστή αγκαλιά ήταν στις υποχρεώσεις του. Αυτά τα κάνουν μόνο οι ερωτευμένοι και αυτός -σκεφτόταν- είχε δεσμευτεί μόνο να την παντρευτεί και όχι και να την αγαπήσει.

Αλλά και η Λενίτσα, παρότι τον λάτρευε και σαν τρελή λαχταρούσε την τρυφερότητα, δεν παραπονιόταν γιατί θεωρούσε ότι το να μην μπορεί να αγαπηθεί ήταν φυσική συνέπεια των αναπηριών της, ήταν δηλαδή μία ακόμη αναπηρία απόρροια των υπολοίπων και επομένως είχε μάθει να αρκείται σε ό, τι της δινόταν.

Γιαυτό και όταν σιγά σιγά όλο και αραίωναν οι επαφές στο κρεβάτι, το αντιμετώπισε με την ίδια αξιοπρέπεια και στωικότητα που έδειχνε πάντα. Δηλαδή με απόλυτη σιωπή.

Δέκα χρόνια πέρασαν με τον Ανδρέα να σουλατσάρει σε άγνωστες διαδρομές και την Λενίτσα να δουλεύει σαν σκλάβα. Οι μόνες αλλαγές, που έγιναν σε αυτό το διάστημα στην ζωή της Λενίτσας, ήταν να χάσει και τους δύο γονείς της, που έφυγαν πικραμένοι πρόωρα, πρώτα ο πατέρας και μετά, στο τέλος της δεκαετίας, η μάνα.

Με τον θάνατό τους της άφησαν ένα τεράστιο συναισθηματικό κενό, γιατί ουσιαστικά ήταν το μόνο της στήριγμα. Της άφησαν όμως και όλες τους τις οικονομίες. Όταν ο αδελφός της, που εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί και είχε φύγει από το προσφυγικό σπίτι, θέλησε σαν κληρονόμος του προσφυγικού σπιτιού να το αδειάσει για να το νοικιάσει, βρήκε τα χρήματα.

Μαζί βρήκε και ένα ιδιόχειρο από την μητέρα σημείωμα το οποίο έλεγε ότι επιθυμία δική της αλλά και του συχωρεμένου του άντρα της ήταν τα χρήματα αυτά να δοθούν στην Λενίτσα γιατί εξηγούσε: «αν δεν θα μπορεί να δουλέψει πως θα ζήσει;». Ο γιος σεβάστηκε την επιθυμία των γονέων του και έδωσε τα χρήματα αυτά στην αδελφή του.

Καταλάβαινε η Λενίτσα ότι το κουτί με τις οικονομίες της, που το τροφοδοτούσε όσο μπορούσε με τον μισθό της, ήταν ο πιο ουσιαστικός λόγος που κρατούσε τον Ανδρέα κοντά της. Ήταν βέβαια και το ότι είχε συνηθίσει μαζί της την συμβίωση, ότι έβρισκε φαγητό, καθαρά ρούχα και περιποίηση και ότι θα ήταν το αποκούμπι του σε αρρώστιες ή γεράματα.

Όλα αυτά την καθησύχαζαν, αλλά περισσότερο στήριζε τις ελπίδες της στην οικονομική του εξάρτηση από αυτήν, γιατί όλο και πιο ανάγκη είχε τα χρήματα με την ζωή που έκανε. Γιαυτό, όταν η Λενίτσα έριξε μέσα στο κουτί με τις οικονομίες της την κληρονομιά από τους γονείς της, αισθάνθηκε ικανοποίηση αναλογιζόμενη την χαρά του.

Η σχέση τους είχε φτάσει πλέον σε τέτοια εξαθλίωση που αυτή μόνο έδινε και αυτός μόνο έπαιρνε.

Ήταν 1940 παραμονές πολέμου. Μπορεί να ήθελε ο κόσμος να ελπίζει ότι θα αποφευχθεί το κακό, αλλά η απειλή της καταστροφής, ο φόβος του θανάτου και η ανασφάλεια είχε φωλιάσει στις ψυχές τους, δηλητηρίαζε τις σκέψεις και καθοδηγούσε τις αποφάσεις τους. Όσοι θα γλύτωναν από την φωτιά του επικείμενου πολέμου θα  μαστίζονταν από την ανεργία και θα τους θέριζε η πείνα.

Μέσα σε αυτή την αναμπουμπούλα, όπου οι νοικοκυραίοι έσκαβαν καταφύγια για να προφυλαχτούν από βομβαρδισμούς και μάζευαν τρόφιμα για να επιβιώσουν, ο Ανδρέας, που το μόνο του μέλημα πάντα ήταν ο εαυτός του, μια μέρα έφυγε και δεν ξαναγύρισε.

Μάταια τον περίμενε από την ώρα που σχόλασε μέχρι αργά το βράδυ η Λενίτσα, μη τολμώντας να ψάξει για μαρτυρίες και αποδείξεις της φυγής, όπως για το αν λείπουν ρούχα ή χρήματα. Το ένστικτό της την γέμιζε τρόμο και μια πίκρα ανείπωτη την κατέκλυζε και της δηλητηρίαζε την ψυχή τόσο που δεν άντεχε, γιαυτό και μέχρι τα χαράματα κρατούσε αναμμένη μία μικρή φλογίτσα ελπίδας να την ζεσταίνει.

Με κάθε θόρυβο στην αυλή πετιόταν όρθια. Και μετά η απόλυτη ησυχία έχυνε νέο πιο πικρό δηλητήριο.

Τα χαράματα, με την δύναμη της καινούργιας μέρας που ξεκινά, ντύθηκε και πριν να φύγει για την δουλειά, διώχνοντας τελείως από το μυαλό της κάθε σκέψη και από την ψυχή της κάθε συναίσθημα, στάθηκε αποφασισμένη μπροστά στην ντουλάπα και την άνοιξε. Όπως το περίμενε, το κουτί  με τα χρήματα είχε εξαφανιστεί.

Ψυχικά ρημαγμένη, απόμακρη, χαμένη, βγήκε από την αυλή και πήρε τον δρόμο για  το εργοστάσιο. Ένοιωθε  τελείως άδεια, σαν άυλη, σαν να μην υπήρχε, σαν να μη την συνέδεε τίποτα με την Γή παρά μόνο το κουτσό της ποδαράκι που το άκουγε με ανατριχίλα, μες την βαθειά σιωπή του δρόμου, να σέρνεται.

Πρώτη φορά νόμιζε ότι το άκουγε τόσο καθαρά, τόσο δυνατά. Πόσο ήθελε να βρεθεί γρήγορα στο εργοστάσιο, στο πόστο της  και εκεί σκυμμένη να περνούσε όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Έτσι σιωπηρά, όπως αντιμετώπισε η Λενίτσα το καινούργιο προσωπικό της δράμα, το αντιμετώπισε και ο περίγυρός της. Δεν μίλησε κανένας τουλάχιστον στα φανερά. Κρυφά βέβαια σχολίαζαν και μάλιστα πολύ πριν να συμβεί.

Άλλωστε όλοι, όπως και η  ίδια καταλάβαιναν ότι με κάποια ή κάποιες άλλες γυναίκες πρέπει αυτός να νταραβεριζόταν. Έλεγαν οι γύρω με χαμηλωμένη φωνή μεταξύ τους:

 

-Αμ πώς αλλιώς εξηγείται να λείπει από το σπίτι από το πρωί μέχρι το βράδυ; Αφού δεν δουλεύει. Και που δεν έχει καμία αντρική, φιλική παρέα; Στο καφενείο που πήγαινε στην αρχή μια καλημέρα έλεγε και αποτραβιόταν σε μία γωνία να καπνίζει.

-Και το ντύσιμό του το ωραίο, το κοκέτικο; Και το μουστάκι του, το περιποιημένο; Κάθε τόσο βγαίνει από το μπαρμπέρικο με το μάγουλο σαν φράπα από το κόντρα ξύρισμα. Και πάντα μοσχοβολάει πατσουλιά. Τι μήπως για μας τα κάνει όλα αυτά, για την γειτονιά ή για την κακομοίρα την γυναίκα του;

 

Επόμενο ήταν τώρα να θεριέψουν τα σχόλια, πάντα όμως διακριτικά να μη το μάθει η  Λενίτσα και πληγωθεί περισσότερο:

 

-Ε με μία από δαύτες τις παστρικές θα έφυγε. Αμ παστρικιά θάτανε, ειδεμή τι δουλειά είχε με παντρεμένο;

-Τώρα με τον πόλεμο, θα σκέφτηκε αυτός και η παλλακίδα του ότι θα κλείσουν οι δουλειές και δεν θα τους φέρνει πια λεφτά η γυναίκα του. Φοβήθηκαν και τους βομβαρδισμούς. Όσο νάναι τις πρωτεύουσες τις κτυπάνε στον πόλεμο. Μετά η πείνα; Στα χωριά πάντα όλο και κάτι βρίσκεις να φας. Σε κάποιο χωριό θα πήγαν. Στο δικό του, στο δικό της, ποιος ξέρει; Αυτό δεν κάνουν τώρα κάποιοι; Δεν φεύγουν για τα χωριά τους μπας και σωθούν;

-Ναι αλλά φεύγουν με τις γυναίκες τους, με την οικογένειά τους. Δεν τους απαρατάνε να σώσουν το τομάρι τους.

-Αχ σιγά αυτός μην έφευγε με την Λενίτσα.

 

Αυτά που καταλάβαινε η Λενίτσα ότι έλεγαν όλοι και περισσότερο αυτά που θα σκέπτονταν, την έκαναν να υποφέρει  ακόμα πιο πολύ. Φανταζόταν ότι κάποιοι  ίσως και να κορόιδευαν και να γελούσαν με το δράμα της. Ακόμα και να δικαιολογούσαν την εγκατάλειψή της. Είχε κουσούρια, μπορεί να  έλεγαν. Είναι άσκημη, κουτσή και όταν μιλάει είναι για γέλια.

Ήξερε η Λενίτσα, το αισθανόταν, ότι μερικοί έπαιρναν ικανοποίηση να τη υποτιμούν για να υπερτιμηθούν οι ίδιοι στον εαυτό τους, για να προβάλουν το περιτύλιγμά τους που κάλυπτε το άδειο τους περιεχόμενό. Δεν δέχονταν ότι ήταν άνθρωπος σαν όλους.

Ότι είχε νοημοσύνη και μάλιστα με πιο ώριμες  σκέψεις από αυτούς. Ότι είχε δύναμη και θέληση να προσφέρει και να δημιουργήσει. Ότι είχε δικαίωμα στα όνειρα, στις ελπίδες, στην ευτυχία. Ότι είχε ανάγκη να την αγαπούν και να αγαπάει, να ερωτεύεται, να γεύεται τα δώρα της ζωής.

Ότι είχε επιθυμίες και λαχτάρες και κυρίως ότι πονούσε σε κάθε κτύπημα της ζωής, όπως πονάνε όλοι μα και περισσότερο γιατί  σε αυτήν το κτύπημα εύρισκε πάνω στις λαβωματιές της, πάνω στις ανοικτές της πληγές.

Αλλά και εκείνοι που έδειχναν να την συμπονούν, πίστευε η  Λενίτσα, δεν το έκαναν όλοι με ειλικρινή συμπάθεια. Σε κάποιους έβλεπε στα μάτια τους την ικανοποίηση, την υπεροψία. Χρησιμοποιούσαν την δυστυχία της για να ανακουφίσουν δικές τους πληγές ή κακοτυχίες και να απαλύνουν την μιζέρια τους.

Όλες αυτές οι σκέψεις την έκαναν ακόμα  πιο απόκοσμη. Με το τελευταίο κτύπημα της κακιάς της μοίρας δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τον πόνο της απουσίας του ανθρώπου που λάτρευε, τον τρόμο της απέραντης μοναξιάς που την περίμενε, την ωδίνη της προδοσίας, της απόρριψης και της εγκατάλειψης.

Είχε να αντιμετωπίσει και την καταρράκωση του ήδη λαβωμένου της εγωισμού και αξιοπρέπειας, από τον ξεφτιλισμό και την ταπείνωσή της στα μάτια του κόσμου.

Έτσι βυθίστηκε στην σιωπή και στην απομόνωση. Με τα χρόνια σταμάτησε και την δουλειά παίρνοντας κάποια σύνταξη μικρή αλλά υπέρ αρκετή για τις ελάχιστες απαιτήσεις της ζωής της, αφού οι μόνες της έξοδοι από το σπίτι ήταν για τις καθημερινές ή έκτακτες ανάγκες της, δηλαδή κυρίως για ψώνια και για γιατρούς.

Στις ελάχιστες διαδρομές που ακολουθούσε απαντούσε στους εγκάρδιους χαιρετισμούς των γνωστών της  με ένα μόνο γνέψιμο του κεφαλιού, με σφιγμένα τα χείλη και με μάτια γεμάτα πίκρα.

 

Πέρασαν περίπου είκοσι χρόνια από την εξαφάνιση του Ανδρέα χωρίς καμία είδηση. Ακόμα και η κουμπάρα της δήλωνε άγνοια στους περίεργους που την ρωτούσαν. Αλλά και να ήξερε ή να είχε μάθει κάτι από τους συγγενείς της, που ζούσαν στο νησί του, ποτέ δεν θα το έλεγε για να μη πληγωθεί η Λενίτσα, η οποία ούτως ή άλλως ποτέ δεν την ρώτησε.

Έτσι όταν μια μέρα κάποια γειτόνισσα είδε την κουμπάρα να μπαίνει στο σπιτάκι της απομονωμένης Λενίτσας, απόρησε. Η απορία της μάλιστα έγινε μεγαλύτερη από την διάρκεια της επίσκεψης και από τα χαμόγελά τους κατά το κατευόδιο. Κάτι πρέπει να είχε προκαλέσει ικανοποίηση και στις δύο.  Σαν τι όμως θα μπορούσε να ήταν; Αυτή η περιέργεια δεν άφηνε σε ησυχία την γειτόνισσα, ώσπου δεν άντεξε και έπιασε κατά μέρος την κουμπάρα:

 

-Τι συμβαίνει; Εσύ για να πας βίζιτα στην Λενίτσα και για να σε μπάσει τόση ώρα στο σπίτι της είχες κάτι σπουδαίο να της πεις. Για τον προκομμένο τον άντρα της ε;

-Ναι.

Όταν όμως σε ρωτούσαμε έλεγες τάχα ότι δεν ήξερες τίποτα.

Αλήθεια έλεγα. Ή σχεδόν αλήθεια. Ήξερα, δηλαδή μου είχανε πει οι συγγενείς μου, ότι είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια δυο τρεις φορές και για λίγες μέρες από ένα εγκαταλειμμένο ρημαδόσπιτο που έχει στο χωριό του.

Μόνος;

Ε όχι μόνος. Κάθε φορά όμως και με άλλη γυναίκα. Καθόταν λίγες μέρες χωρίς να έχει κουβέντες με τους συγχωριανούς του και ξαναεξαφανιζόταν.

Και τώρα τι έγινε και πήγες στην Λενίτσα;

Τώρα πήρα ξαφνικά ένα γράμμα από το νησί. Έχει γυρίσει, μου λένε οι συγγενείς μου, μόνος του στο νησί και μένει στο ερείπιο το σπίτι του, ένα αχούρι γεμάτο ποντίκια που μπάζει κρύο από παντού. Και αυτός, μου λένε, είναι σε άθλια κατάσταση. Δεν είναι καλά. Είναι πολύ άρρωστος. Σέρνεται και πήγε εκεί να πεθάνει. Έτσι λέει του είπαν οι γιατροί, ότι θα πεθάνει σύντομα. Αμαρτία να πεθάνει μόνος εκεί μέσα.

Μπα; Αυτός δεν το διάλεξε να μείνει μόνος; Τι νόμιζε; Θα του μενε θηλυκό; Τι να τον κάνει;

Όπως και νάχει εκεί τον λυπούνται όλοι στο χάλι που τον βλέπουν. Κανέναν δικό του δεν έχει, λένε, εξόν από την γυναίκα του στην Αθήνα. Μη ξεχνάμε ότι ακόμα παντρεμένος είναι. Μου παν να την ρωτήσω αν τον θέλει. Έτσι, αν τον θέλει από ανθρωπισμό, από ψυχοπονιά, αλλιώς το ξέρουνε και αυτοί τι κουμάσι ήταν και πως της φέρθηκε. Αλλά τώρα προκαλεί λύπηση.

Και της τόπες;

Ναι.

Και τι είπε;

Αν σου πω ότι όχι μόνο συμφώνησε. Έλαμψε το πρόσωπό της. Σαν να τον περίμενε από καιρό να ξαναγυρίσει.

 

Και ήρθε. Με άσπρα μαλλιά, αδυνατισμένος με ρουφηγμένα μάγουλα. Με βρώμικα τριμμένα ρούχα. Που πήγαν οι πλάτες, το γεροδεμένο κορμί, το υπερήφανο  βάδισμα; Μόνο  το ύψος του και το μουστάκι του, που δεν είχε ασπρίσει τελείως, θύμιζε στην προσφυγογειτονιά την τελευταία του εικόνα. Χώθηκε γρήγορα, με ένα μπογαλάκι στα χέρια, στο σπιτάκι της Λενίτσας. Και κει μέσα για πρώτη φορά κοιτάχτηκαν κατάματα και οι δύο.

Για πρώτη φορά η Λενίτσα τόλμησε να τον αγγίξει, να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει. Και  αυτός για πρώτη φορά δοκίμαζε την αληθινή, ζεστή αγκαλιά, το αληθινό χάδι, το αληθινό φιλί.

Άραγες μπόρεσε έστω και λίγο πριν το τέλος του να νιώσει την διαφορά, να καταλάβει την αξία της αγνής και γνήσιας καρδιάς, την αξία της αγάπης ή ήταν τόσο συναισθηματικά ευνουχισμένος και τόσο συναισθηματικά ανίκανος που θα τέλειωνε έτσι στεγνά την ζωή του, όπως την ξεκίνησε και όπως την έζησε;

 

Μέσα λοιπόν στο μικρό σπιτάκι της Λενίτσας με κλεισμένη την πόρτα άρχισε  η αναδόμηση και αναστύλωσή του για να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος. Μία πράξη που υπαγόρευσε στην Λενίτσα ο πληγωμένος της εγωισμός και που δεν είχε τόσο σαν στόχο να αποκατασταθεί η υγεία του, αφού αυτό ήταν αδύνατον, αλλά να αποκατασταθεί, όπως χρόνια λαχταρούσε, στα μάτια του κόσμου η  αξιοπρέπειά της, η ταπεινωμένη και καταρρακωμένη ύπαρξή της.

Παρά του ότι η εξαθλιωμένη εικόνα, αυτού που γύρισε πίσω, μόνο θλίψη θα έπρεπε να προκαλεί και η μέχρι τότε διαγωγή του μόνο οργή θα έπρεπε να ξεσηκώνει, η Λενίτσα φαινόταν να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, μιας νοσηρής όμως ευτυχίας, παρανοϊκής.

Τον έβλεπε με τα μάτια του διψασμένου για χαρά, του στερημένου από μία φυσιολογική και κοινωνικά αποδεκτή ζωή. Έβλεπε ότι τώρα αυτή είχε πάλι σαν όλους οικογένεια, είχε συντροφιά, είχε σαν κάθε γυναίκα έναν άντρα πλάι της. Έναν άντρα που μάλιστα  ήταν τώρα καταδεκτικός, διαλλακτικός, συγκαταβατικός. Καθόταν δίπλα της όλες τις ώρες, την κοιτούσε κατά πρόσωπο, δεν ζητούσε τίποτα και δεχόταν τα πάντα.

Μέχρι που δέχθηκε – φυσικά σαν ύστατη χάρη, σαν σιωπηρό αντάλλαγμα των υπηρεσιών της – να βγει έξω μαζί της, να περπατήσει επιτέλους στους δρόμους πλάι της.

Μετά από όλα της τα δεινά, τα χρειαζόταν όλα αυτά τόσο πολύ και τα ήθελε τόσο απελπισμένα η Λενίτσα, που θεώρησε την συγκυρία που τον έριξε στην ανάγκη της σαν φοβερή εύνοια της τύχης.

Δεν την κρατούσαν πλέον μέσα οι τοίχοι του σπιτιού της που μέχρι τότε σφάλιζαν την δυστυχία της.  Ήθελε  να βγει να φωνάξει όσο μπορούσε και να δείξει στον κόσμο ότι ναι ήταν χαρούμενη, ότι ναι είχε επιτέλους άντρα.

Σέρνοντας η Λενίτσα στα αριστερά της το σακατεμένο ποδαράκι της και στα δεξιά της τον άντρα της τον Ανδρέα ή μάλλον ότι είχε αφήσει από αυτόν η προχωρημένη του ηλικία και η καταραμένη του αρρώστια, διάβαινε χαρούμενη  και υπερήφανη τους δρόμους της προσφυγούπολης. Τα μάτια της σάρωναν δεξιά και αριστερά, ζητώντας λαίμαργα να διασταυρωθούν με  γνωστούς της.

Όπου τους αντάμωνε, στον δρόμο, στις αυλές, στις πόρτες ή στα παράθυρα των σπιτιών τους, κοντοστεκόταν να τους χαιρετήσει με ένα εγκάρδιο χαμόγελο και φέρνοντας όσο πιο μπροστά μπορούσε το γαντζωμένο στον αγκώνα της μπράτσο του Ανδρέα για να τους δείξει την παρουσία του αναφωνούσε:

 

-Σα τον άντα εν έκει.

 

«Σα – τον – άντρα – δεν – έχει». Με μόνο αυτές  τις πέντε λέξεις, που δεν μπορούσε να τις πει ολόκληρες, παρά λειψές, φαγωμένες, στραπατσαρισμένες, βγαλμένες όμως μέσα από τα σωθικά της, σαν άναρθρες κραυγές απελπισίας, φλυαρούσε: αδικίες, στερήσεις, πόνους, λαχτάρες, προσδοκίες, πόθους και συναισθήματα, φωλιασμένα, θαμμένα στην ψυχή της για χρόνια.

 

ΤΕΛΟΣ

Φωτογραφίες:

-Πίνακες Βούλας Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου

-Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού Δήμου Νέας Ιωνίας – ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ.

-Όψεις Νέας Ιωνίας

 

Διαβάστε επίσης:

Βούλα Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου: «Η Μαρία», από τη Νέα Ιωνία του ‘60

 

Βούλα Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου: Αναμνήσεις από την Νέα Ιωνία του 1955 – Το Λενάκι

 

Νέα Ιωνία – Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου: Κατοχικοί χειμώνες στη Νέα Ιωνία

 

“Ριπές ανέμων” – Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου: “Νοικάρηδες δωματίων”, ένα ακόμη ταξίδι στη Νέα Ιωνία του περασμένου αιώνα

 

Νέα Ιωνία – Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου: Μια γιορτινή ανάμνηση από το βιβλίο «Ανατολή εξ Ανατολών»

 

«Ανατολή εξ Ανατολών»: Η Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου απλώνει τη Νέα Ιωνία μπροστά στα μάτια μας

 

Βούλα Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου: Ηράκλειο Αττικής – Στη βρύση των αναμνήσεων

 

Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου: “Νοικάρηδες δωματίων – Ο Λεωνίδας” – Ένα ακόμη ταξίδι στη Νέα Ιωνία μιας άλλης εποχής

 

Νέα Ιωνία – «Οι Μικρασιατικές ρίζες μου», το νέο βιβλίο της Ιωνιώτισσας συγγραφέως Βούλας Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου

 

Χριστούγεννα στη Νέα Ιωνία την δεκαετία του 1950 – Η Βούλα Αραμπατζόγλου – Τουζοπούλου θυμάται

 

Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου: “Νοικάρηδες δωματίων – Ο Χατζηδιαμαντής” – Ένα ακόμη ταξίδι στη Νέα Ιωνία μιας άλλης εποχής

Avatar photo
Το Ηράκλειο Αττικής και η Νέα Ιωνία στο διαδίκτυο. Και όχι μόνο.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

MENU
Πολιτική Απορρήτου

Χρησιμοποιούμε cookies έτσι ώστε να κάνουμε την εμπειρία σας με την ιστοσελίδα ακόμα καλύτερη.

Αυτά τα cookies αφορούν στην απομνημόνευση των στοιχείων σύνδεσής και την παροχή ασφαλούς σύνδεσης και στη συλλογή στατιστικών στοιχείων.

Κάνε κλικ στην επιλογή "Αποδοχή και συνέχεια η Ενεργοποίηση των cookies" για την αποδοχή των cookies και την απευθείας μετάβαση στην ιστοσελίδα ή κάνε κλικ στην επιλογή αριστερά "Μάθε περισσότερα" για να δείς αναλυτικά την πολιτική απορρήτου.

* Μπορείς να ρυθμίσεις αυτά τα Cookies ανά πάσα στιγμή επιλέγοντας τις καρτέλες αριστερά.