Η Εταιρεία - Επικοινωνία

  

Βούλα Αραμπατζόγλου - Τουζοπούλου: Ένα κουβαδάκι ελπίδα -Η ιστορία της Νεο-Ιωνιώτισας Δέσποινας Φωτιάδου Τσάκωνα, που ήρθε από την Σαμψούντα με τους διωγμούς του 1922

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015 16:23:00




Το παρακάτω κείμενο έχει γραφεί από την Βούλα Αραμπατζόγλου-Τουζοπούλου, Χημικό Παν/μίου Αθηνών, και είναι η ιστορία της Νεο-Ιωνιώτισας Δέσποινας Φωτιάδου Τσάκωνα, που ήρθε από την Σαμψούντα με τους διωγμούς του 1922. Το κείμενο βασίζεται σε μαγνητοφωνημένες αφηγήσεις της λίγο πριν πεθάνει και πληροφορίες που έδωσε ο γιός της Σεραφείμ Τσάκωνας. Δημοσιεύθηκε σε συνέχεις στην τοπική εφημερίδα «Ζω στην Ιωνία – Εδώ Ηράκλειο». Μπορείτε να δείτε τις φωτογραφίες που συνόδευσαν το κείμενο στην κατηγορία φωτορεπορτάζ.

ΕΝΑ ΚΟΥΒΑΔΑΚΙ ΕΛΠΙΔΑ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

-«Ήμουν μικρή. Πρέπει να πήγαινα τρίτη τάξη Δημοτικού, όταν άρχισε το πατατράκ»

- «Τι εννοείς μάνα πατατράκ»;

-«Ε, δεν ξέρεις Σεραφείμ; Αυτό που έκαναν οι Τούρκοι κατά των Ελλήνων στην Μικρασία και στον Πόντο. Άρχισαν φασαρίες. Οι Τούρκοι τα έβαζαν με τους Έλληνες»

-«Γιατί;»

-«Γιατί έτσι. Έτσι χωρίς λόγο έκαιγαν χωριά για να καταστρέψουν τον Ελληνισμό. Γύρω από την Σαμψούντα ήταν πολλά χωριά. Σε εκείνα τα χωριά γύριζα και γύρευα τον αδελφό μου τον συνονόματό σου, τον Σεραφείμ. Στην πλάτη μου είχα τα ρούχα του και σε ένα κουβαδάκι είχα ένα ψημένο κοτόπουλο μήπως και τον βρω και φάει. Όταν έβλεπα μεγάλους πήγαινα και εγώ κοντά και τους ρωτούσα, αν κάτι ήξεραν να μου πουν»

-«Η μάνα σου πως και δεν ήταν κοντά σου;»

-«Φοβόταν τους Τούρκους και δεν λάκιζε από το σπίτι μας»

-«Και ο αδελφός σου τι δουλειά είχε έτσι μακριά από το σπίτι του;»

-«Είχε πάρει τα βουνά και τα γύρω χωριά, γιατί οι Τούρκοι τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν»

-«Γιατί να τον σκοτώσουν;»

-«Γιατί ήταν Έλληνας και Χριστιανός. Γιαυτό.»

Και η Δέσποινα Τσάκωνα το γένος Φωτιάδου άρχισε να ξετυλίγει στο μαγνητόφωνο του γιού της Σεραφείμ την ιστορία της ζωής της που είναι ένα κομμάτι της δραματικής ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΦΩΤΙΑΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Τι είναι αυτό που δίνει σθένος και δύναμη σε ένα μικρό παιδί; Η δίψα για αγάπη, για ανθρώπινους συναισθηματικούς δεσμούς, η λαχτάρα για λίγη τρυφερότητα και στοργή, η ανάγκη για οικογένεια. Αν δεν τάχει όλα αυτά μια τρυφερή ψυχούλα, ψάχνει απεγνωσμένα να τα βρει, προσφέροντας μονομερώς από τις δικές της δεξαμενές αγάπης που οι συγκυρίες τις κάνει να ξεχειλίζουν.

Έτσι εξηγείται πώς η Δέσποινα Τσάκωνα μικρό κορίτσι τότε, μέσα στην κόλαση των γεγονότων του 1919, έψαχνε ολομόναχο τα γύρω χωριά της Σαμψούντας, να βρει, για να του δώσει τροφή και ρουχισμό, τον μεγάλο της αδελφό τον Σεραφείμ, που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι να τον σκοτώσουν.

Τι είναι αυτό πάλι που μπορεί να αδρανοποιεί μια μάνα, να της εξουδετερώνει το μητρικό φίλτρο, να την μεταμορφώνει σε παθητικό δέκτη συμφορών, σε έναν ζωντανό -νεκρό άνθρωπο που αρκείται μόνο να αναπνέει; Τα αλλεπάλληλα πλήγματα, η σκληρότητα της ζωής, οι ανθρώπινες θηριωδίες που είδε με τα μάτια της, το χωρίς τέλος ρήμαγμα κόπων και θυσιών.

Έτσι εξηγείται γιατί η μάνα της Δέσποινας κλεισμένη ολομόναχη στο σπίτι και στον εαυτό της, ουσιαστικά ανύπαρκτη, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να αντιδράσει στην απόφαση του μικρού κοριτσιού. Δεν πήρε θέση ούτε για να εμποδίσει, ούτε για να προστατεύσει ούτε καν για να συμβουλέψει το τελευταίο παιδί που της είχε απομείνει στο σπίτι. Το μόνο συναίσθημα που την διακατείχε ήταν φόβος. Ο φόβος των Τούρκων, που σκότωναν ανελέητα σώματα και ψυχές.

Η μάνα ήταν η Ασπρίδου Ησαϊα. Παντρεύτηκε στις καλές μέρες του Ποντιακού Ελληνισμού στην Σαμψούντα τον Γιάννη Φωτιάδη. Βρίσκονταν πολύ καλά από οικονομική άποψη όπως οι περισσότεροι τότε Έλληνες εκεί. Είχαν κτήματα και μία ταβέρνα, την οποία κουμάνταρε επιδέξια ο Γιάννης. Έκαναν πέντε αγόρια και ένα κορίτσι την Δέσποινα που γεννήθηκε το 1909. Τα αγόρια ήταν ο Σεραφείμ, ο Ευγένιος, ο Φωτάκης, ο Χρυσόστομος και ο Χριστόφορος. Ο πατέρας όμως δυστυχώς αρρώστησε από πλευρίτη και πέθανε νωρίς.

Η Δέσποινα δεν γνώρισε πατέρα. Αλλά ούτε και τα περισσότερα από τα αδέλφια της γνώρισε, όπως τον Χρυσόστομο και τον Χριστόφορο που πέθαναν μικροί. Μικρός πέθανε και ο Φωτάκης, αλλά επειδή ήταν κοντά σε ηλικία με την Δέσποινα τον θυμάται που πήγαινε σχολείο. Πήγαινε στο Σχολαρχείο, ας πούμε δηλαδή στο Γυμνάσιο.

Επίσης δεν γνώριζε πολλά και για τον δευτερότοκο αδελφό της τον Ευγένιο. Αυτός για να αποφύγει την κατάταξη στον τούρκικο στρατό ή την εξορία που θα τον περίμενε έφυγε στην Ρωσία. Εκεί ο Ευγένιος σπούδασε δάσκαλος και παντρεύτηκε. Εκείνη την εποχή πολλοί Έλληνες περνούσαν στην Ρωσία για να γλυτώσουν από τους Τούρκους και άλλοι για τον ίδιο λόγο έπαιρναν τα βουνά.

Τα βουνά είχε πάρει ο πρωτότοκος αδελφός της ο Σεραφείμ.

Ο Σεραφείμ δούλευε από μικρός στα κτήματα. Γιαυτό και μετά τον θάνατο του πατέρα προτίμησε να μείνει στα κτήματα και πούλησαν την ταβέρνα. Ήταν δύσκολο να διατηρήσει και τα δύο. Όταν γεννήθηκε η Δέσποινα, ο Σεραφείμ ήταν ήδη παντρεμένος με την Δέσποινα Κομανίδου και είχαν κάνει τέσσερα παιδιά: τον Γεωργάκη και την Μαρία, που πέθαναν μικροί στην Σαμψούντα, τον Γιαννάκη, που γεννήθηκε το 1909 και που ήταν το μόνο παιδί τους που πέθανε μεγάλος και τέλος τον Φωτάκη που πνίγηκε μικρός αργότερα στο Πηνειό ποταμό της Λάρισας.

Ο Σεραφείμ εκτός από τα περιβόλια είχε και ένα καϊκι. Ήταν από τους πλούσιους της περιοχής, τους αγάδες όπως τους έλεγαν. Ήταν δηλαδή αγάς γιαυτό και κρυβόταν στα βουνά και στα γύρω χωριά, γιατί στην αρχή οι Τούρκοι σκότωναν όλους τους πλούσιους Έλληνες, τους αγάδες και δήμευαν την περιουσία.

Όμως ποιά ήταν η αρχή;

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η αρχή για τον Ποντιακό Ελληνισμό ήταν περίπου 3000 χρόνια πριν.

Το 1461 η περιοχή αλώθηκε από τους οθωμανούς, όχι όμως και το φρόνημα και η Ελληνική συνείδηση των Ποντίων, που συνέχισαν να προοδεύουν οικονομικά, πολιτιστικά και πνευματικά μέχρι και το 1919.

Την ανάπτυξη αυτή μαρτυρούν τα 1401 Ελληνικά σχολεία, τυπογραφείο, εφημερίδες και περιοδικά, λέσχες , θέατρα κ.α..

Το 1908 με την επικράτηση των Νεότουρκων, που έβαλαν στο περιθώριο τον Σουλτάνο, άρχισε ένας σκληρός εθνικισμός. Ουσιαστικά από το 1911 αποφασίσθηκαν διωγμοί των Χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμός, τα οποία όμως λόγω του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου άρχισαν να υλοποιούνται εναντίων των Ελλήνων της Ιωνίας από το 1914 και εναντίων των Ελλήνων του Πόντου ένα χρόνο μετά.

Το 1916 σχεδόν όλοι οι άντρες των πόλεων του Πόντου από 16 έως 60 ετών στέλνονταν στην εξορία, στα Τάγματα Εργασίας, τα γνωστά «Αμελέ Ταμπουρού», ενώ οι ηλικιωμένοι και τα γυναικόπαιδα των χωριών οδηγούντο στα ενδότερα της Ανατολής. Όλοι οι εκτοπιζόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι χωρίς τροφή και νερό, πέθαιναν κατά την πορεία. Πολλοί από όσους άντεχαν εκτελούντο ή παραδίδονταν στους κατοίκους των χωριών που τους έδιναν το τελειωτικό πλήγμα.

Εν τω μεταξύ άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, σκοτώνοντας , αρπάζοντας νέα κορίτσια , κακοποιώντας και καίγοντας.

Αυτή η κατάσταση γινόταν όλο και περισσότερο οργανωμένη και συστηματική εναντίων των Ελλήνων.

Οι σποραδικές στην αρχή δολοφονίες αρχίζουν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι.

Οι Έλληνες του Πόντου αποφασίζουν σαν έσχατο μέσον αυτοάμυνας την ίδρυση αντάρτικων ομάδων. Τους βοηθούν υλικά οι Ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας αλλά και οι Ρώσοι που επί Τσάρου ήταν ομόθρησκοι με τους Έλληνες ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Μετά όμως την Ρωσική επανάσταση του 1917, αλλάζει το καθεστώς της Ρωσίας και οι Σοβιετικοί αποκόπτουν τους δρόμους εφοδιασμού προς τους αντάρτες. Από την κεντρική Ελλάδα με αιτιολογία την μεγάλη απόσταση, ποτέ δεν ήρθε βοήθεια παρά τις εκκλήσεις των ανταρτών.

Η θέση των Ποντίων ήταν πλέον τραγική.

Στις 19 Μάιου του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στην Σαμψούντα και αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Λίγες μέρες μετά, στις 29 Μάιου ο Κεμάλ ως νέος αρχηγός του τούρκικου κράτους, κάλεσε τον Τοπάλ Οσμάν στην πόλη Χάβζα της Αμισσού και τον εξουσιοδότησε δίνοντάς του χρήμα και όπλα να τελειώνει μια για πάντα με τους Ρωμιούς του Πόντου.

Ο Τοπάλ Οσμάν ήταν ένας Τούρκος συμμορίτης υπεύθυνος μέχρι τότε για φόνους πολλών χιλιάδων Ελλήνων και λεηλασίες εκατοντάδων Ελληνικών χωριών. Ο Οσμάν με το σύνταγμά του και με ιθύνοντα νου για την δεύτερη φάση της εγκληματικής του δράσης τον Μουσταφά Κεμάλ, είναι υπεύθυνος για τις περισσότερες σφαγές στην περιοχή του κεντρικού και δυτικού Πόντου.

Στήνονταν στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που με κωμικοτραγικά συνοπτική διαδικασία καταδίκαζαν και εκτελούσαν δια απαγχονισμού την ηγεσία του Ποντιακού Ελληνισμού. Υπολογίζεται ότι με τα μέτρα αυτά έχασαν την ζωή τους 350.000 Πόντιοι. Εκατοντάδες επιφανείς, διακεκριμένες προσωπικότητες των επιστημών και του εμπορίου, κρεμάστηκαν ή τουφεκίστηκαν.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1922 πόλεις και χωριά του Πόντου κάηκαν, περιουσίες λεηλατήθηκαν, άνθρωποι σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν κοπέλες και αρπάχτηκαν για τα χαρέμια, άντρες εξορίστηκαν.

Μία συνήθης τακτική κυρίως στα χωριά ήταν να στοιβάζουν τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες σε ένα ή δύο σπίτια και να τους βάζουν φωτιά.

Τον Οκτώβριο του 1922 με μεσολάβηση των συμμαχικών δυνάμεων μεταφέρθηκαν Έλληνες του Πόντου με Τουρκικά πλοία μέχρι την Κωνσταντινούπολη και από εκεί με Ελληνικά πλοία στην Ελλάδα.

Το 1924 με την συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών του 1923 ολοκληρώθηκε ο ξεριζωμός. Κάποιοι Έλληνες προτίμησαν να παραμείνουν και εξισλαμίσθηκαν.

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1919

Όταν η Δέσποινα πήγαινε στην Τρίτη τάξη του δημοτικού άρχισε το «πατατράκ», όπως η ίδια το έλεγε. Ήταν το έτος 1919 τότε που ο Κεμάλ πήγε στην Σαμψούντα και που λίγες μέρες μετά την άφιξή του εξουσιοδότησε τον Οσμάν για την γενοκτονία των Ποντίων.

Μέχρι τότε η Δέσποινα ζούσε από οικονομική άποψη πολύ καλά. Τα κτήματα που διαχειριζόταν ο αδελφός της ο Σεραφείμ απέδιναν καρπούς. Τα περιβόλια τους είχαν όλων των ειδών τα ζαρζαβατικά, που τα φόρτωναν στον γάϊδαρο και τα πουλούσαν στην αγορά. Αλλά και οικόσιτα ζώα είχαν πολλά.

-«Το κοτέτσι μας ήταν δίπατο» θυμόταν χρόνια αργότερα η Δέσποινα και συνέχιζε γελώντας, σαν μικρό παιδί, αν και υπερήλικη πλέον, γιατί οι εικόνες και οι αναμνήσεις από το παρελθόν επαναφέρουν ακέραια και όλα τα συναισθήματα εκείνης της εποχής «κάτω ήταν οι πάπιες και πάνω οι κότες και οι κότες, χα… χα, κουτσούλαγαν τις πάπιες».

Σε οικονομική άνθηση ήταν όλο το Ελληνικό στοιχείο στην περιοχή. Υπήρχε πλούτος στους Έλληνες από εμπόριο, από καπνεργοστάσια και από πολλές άλλες δραστηριότητες. Είχαν Μητροπολίτη και μεγάλη τρίπατη Μητρόπολη. Υπήρχε «Παρθεναγωγείο». Ήταν ένα πολύ μεγάλο κτήριο. Σε αυτό πήγαινε η Δέσποινα. Ήταν τόσο άρτια εκεί η εκπαίδευση που στο δημοτικό διδάσκονταν ακόμη και γαλλικά. Απέναντι από το «Παρθεναγωγείο» ήταν το «Αρρεναγωγείο», που πήγαινε ο αδελφός της ο Φωτάκης, ο οποίος πρόλαβε λίγο πριν πεθάνει να πάει και στο «Σχολαρχείο».

Αλλά και γενικότερα όλη η Σαμψούντα ήταν στα πρότυπα της Κωνσταντινούπολης, με ίδιο τρόπο ζωής, ίδια ήθη και έθιμα.

Υπήρχαν δικαστήρια, μεγάλο Νοσοκομείο, «Σπιτάλ» όπως συνήθιζαν να το λένε. Υπήρχαν ακόμα Φράγγικο σχολείο, Αρμένικο σχολείο, Φράγγικη εκκλησία, κινηματογράφοι, λέσχες.

Από το 1919 και μετά τα αθώα παιδικά ματάκια της Δέσποινας είδαν φρικτά γεγονότα θηριωδίας και η τρυφερή της ψυχούλα έζησε τραγικές καταστάσεις παραλογισμού:

-«Άρχισαν τότε οι Φασαρίες. Οι Τούρκοι τα έβαζαν με τους Έλληνες»- αφηγείται η Δέσποινα- «Έτσι χωρίς λόγο έκαιγαν χωριά για να καταστρέψουν τον Ελληνισμό. Για να αφανίσουν τον Ελληνισμό. Τους σκότωναν μόνο επειδή ήταν Έλληνες, επειδή ήταν Χριστιανοί»

Ήθελαν κυρίως να ξεκληρίσουν τους προύχοντες και τους επιφανείς. Τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονταν οι Τούρκοι, θαρρείς και υπάρχει νομιμότητα για κάτι τέτοιο. Τους εκτελούσαν και μετά τους έκοβαν τα κεφάλια τα οποία και αράδιαζαν σε δημόσια θέα. Δίπλα σε κάθε κεφάλι έγραφαν το όνομα του θύματος. Ότι ήταν ο τάδε αγάς, δηλαδή πλούσιος. Όμως το όνομα πολλές φορές ήταν ψέματα, γιατί οι περισσότεροι αγάδες είχαν φύγει στην Ρωσία. Το μίσος που ξεχείλιζε δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τους σφαγείς. Εκτελούσαν όποιον έπεφτε στα χέρια τους είτε χωρικό , είτε φτωχό και μετά έλεγαν ότι ήταν αγάς, δήθεν για να δικαιολογήσουν το έγκλημα.

Σκότωναν αδιακρίτως και έλεγαν ψέματα.

Μια μέρα κάτω στην παραλία είδε η μικρή Δέσποινα σωρό από πτώματα:

-«Πνίγηκαν στην θάλασσα και τους έβγαλαν έξω τα κύματα» ισχυρίζονταν οι Τούρκοι στους εμβρόντητους θεατές της μακάβριας εικόνας. Ακόμα και το μικρό παιδί καταλάβαινε το ψέμα.

Εκτελεσμένοι Έλληνες χωρίς λόγο και χωρίς αιτία, ήταν όλα τα πτώματα. Τους έβγαζαν από την φυλακή, τους εκτελούσαν και πετούσαν τα πτώματα στην παραλία.

Άλλη μια μέρα η Δέσποινα έγινε η ίδια μάρτυρας και θύμα αναίσχυντης πράξης. Εξαγριωμένοι Τούρκοι εισέβαλαν στο σχολείο και άρχισαν να διώχνουν κακήν κακώς παιδιά και δασκάλους. Άλλοι έσπρωχναν τους μικρούς μαθητές βίαια στις σκάλες και άλλοι εκσφενδόνιζαν θρανία και έδρες από τα παράθυρα.

Φεύγοντας τα παιδιά τρομαγμένα για το σπίτι, πέρασαν μπροστά από τα δικαστήρια. Εκεί έξω από το κτήριο, στην ρίζα ενός φοίνικα είδαν τέσσερα κεφάλια και δίπλα επιγραφές με τα ονόματά τους.

Η θηριωδία και αγριότητα είχαν πλέον κορυφωθεί.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

Με ρούχα του Σεραφείμ ένα μπογαλάκι στη ράχη και με ένα ψημένο κοτόπουλο σε ένα κουβαδάκι στο χέρι, η μικρή Δέσποινα σαρώνει τα γύρω από την Σαμψούντα χωριά:

-«Μήπως είδατε τον αδελφό μου τον Σεραφείμ Φωτιάδη;»

Ρωτάει απεγνωσμένα όποιον βρίσκει μπροστά της. Τρέχει εκεί που βλέπει πολλούς μαζεμένους:

-«Μήπως κάτι ακούσατε για τον αδελφό μου τον Σεραφείμ;»»

Η είδηση για το κάψιμο των γύρω από την Σαμψούντα χωριών και για τα μπλόκα, έφτασε στο σπίτι της Δέσποινας και τρύπησε τα αυτάκια της . Άκουσε και την μάνα να το λέει και να κάνει έκκληση στον Θεό:

-«Ο γιος μου ο Σεραφείμ, ίσως κρύβεται σε ένα από αυτά τα χωριά. Ίσως έχει καταφύγει εκεί για τροφή και στέγη. Ποιος ξέρει σε τι κίνδυνο να βρίσκεται. Ποιος ξέρει σε τι απελπιστική κατάσταση είναι. Θεέ μου βόηθα τον»

Ο Θεός όμως για Δικούς του άγνωστους λόγους, έμεινε παρατηρητής και ρόλο προστάτη και βοηθού ανέλαβε η μικρή αδελφή, παρότι υπήρχε και μάνα και σύζυγος. Υπήρχε και ο Γιάννης ο σχεδόν συνομήλικος με την Δέσποινα γιος του Σεραφείμ. Αλλά μέσα στον φόβο και στον πανικό σε όλους κυριάρχησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή η φρόνηση, γιατί τρέλα είναι να βγεις στους δρόμους, να πλησιάσεις τον κίνδυνο, να χωθείς στον όχλο που μπορεί να είναι των εχθρών.

Η Δέσποινα όμως λειτουργούσε με το συναίσθημα. Με ένα συναίσθημα αγάπης τέτοιας έντασης, ποιότητας και μορφής που εδραίωνε την δύναμή της και άμβλυνε την λογική της. Γιατί είχε παράλληλα σκέψη ενήλικου. Η μέχρι τότε ζωή της την είχε ωριμάσει πρόωρα. Την είχε κάνει υπεύθυνο άτομο με υψηλό το αίσθημα του καθήκοντος σε βαθμό που ακόμα και ενήλικες δεν το έχουν. Όσο ο κόσμος της λιγόστευε, όσο η οικογένειά της αποδεκατιζόταν τόσο η αγάπη για τους δικούς της ανθρώπους μεγάλωνε, τόσο η ανάγκη για δικούς της ανθρώπους γιγαντωνόταν. Αυτή η αγάπη, η λόγω συνθηκών μονομερής, δημιουργούσε αισθήματα ευθύνης και καθήκοντος.

«Αφού οι άλλοι δεν μπορούν, πρέπει εγώ - σκεφτόταν η Δέσποινα - Εγώ μπορώ, αλλά και να μη μπορούσα, πρέπει. Ο αδελφός μου χρειάζεται συμπαράσταση. Χρειάζεται ρούχα και φαγητό. Εγώ θα του τα προσφέρω. Ποιος ξέρει τι αγωνίες και δοκιμασίες περνάει τώρα αβοήθητος, αυτός που μας στήριζε και που δεν έχει πειράξει κανέναν».

Η λογική της δεν άντεχε την απανθρωπιά και την αδικία, όπως δεν τα αντέχουν οι αθώες ψυχές.

Σκέψεις αγνές και πράξεις αυταπάρνησης όργωσαν και χάραξαν τον χαρακτήρα της Δέσποινας και όλα τα μετέπειτα επίσης ταραγμένα χρόνια. Έτσι λειτουργούσε πάντα στην ζωή της. Κάποιος που δεν θα την ήξερε ίσως την χαρακτήριζε «τολμηρή» ή ακόμη και «παρορμητική». Λάθος. Πάντα διατηρούσε τον έλεγχο και είχε επίγνωση των καταστάσεων και πάντα λειτουργούσε με γνώμονα το καθήκον, το καλό και το δίκαιο. Αυτά και η έντονη συναισθηματική της φύση, η λαχτάρα για αγάπη και οικογένεια την έκαναν μαχητική και προστατευτική για τους ανθρώπους, που αποτελούσαν το περιβάλλον της, που αποτελούσαν όλο το είναι της.

Τότε που έψαχνε τον αδελφό της νόμιζε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Νόμιζε πως δεν είχε να χάσει τίποτα ακόμα και αν έχανε την ζωή της, γιατί ζωή της μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό ήταν το τελευταίο πράγμα γι αυτήν, που είχε αξία.

-«Μήπως είδατε τον αδελφό μου;»

-«Όχι.»

-«Όχι».

Στο πρώτο και στο δεύτερο χωριό όλες οι απαντήσεις ήταν αρνητικές. Πριν να φτάσει όμως στο τρίτο χωριό την πρόφτασαν φρικτά νέα από τους πανικόβλητους Έλληνες που έτρεχαν στον δρόμο:

-«Έκαναν οι Τούρκοι μπλόκο. Μάζεψαν όλους τους άντρες. Τους έβαλαν σε συρματόπλεγμα. Εκεί τους κτυπούσαν και τους σκότωναν.»

-«Τον αδελφό μου; Ξέρετε τι έκαναν στον αδελφό μου;»

-«Ο αδελφός σου κατάφερε και τους τόσκασε περνώντας από στέγη σε στέγη των σπιτιών. Όμως οι Τούρκοι τον είδαν και τον σκότωσαν με πέτρες. Το χωριό τόκαψαν. Εμείς φεύγουμε να γλυτώσουμε. Φεύγα. Φεύγα και σύ.»

Η Δέσποινα μετά την πολύωρη περιπλάνηση, ψυχικό και σωματικό ράκος, γύρισε στην Σαμψούντα.

Ο ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ ΤΟΥ 1922

Μετά την καταστροφή της Σμύρνης γράφτηκε και ο επίλογος του Ελληνισμού του Πόντου. Οι Τούρκοι αφού μάζεψαν όσους άντρες απέμειναν και τους έστειλαν εξορία, μήνυσαν στις γυναίκες να εγκαταλείψουν με τα παιδιά τους την πατρίδα. Κάποια πλοία επιστρατεύτηκαν να τους μεταφέρουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για πρώτο σταθμό.

Η Δέσποινα ήταν ακόμα παιδί και ουσιαστικά μόνη. Μέσα στο θανατικό και στην απόγνωση η περίπτωση φυγής ήταν ένα μικρό φωτάκι ελπίδας. Ξετίναξε από πάνω της την απογοήτευση, την απαισιοδοξία και την θλίψη που είχαν φωλιάσει στο μυαλό και στην ψυχή της μετά την τραυματική εμπειρία της μάταιης αναζήτησης του αδελφού της Σεραφείμ και του τραγικού τέλους του.. Επιστράτευσε το θάρρος και την τόλμη της, όπως τότε που περιπλανιόταν με το κουβαδάκι στο χέρι για να προσφέρει στον αδελφό της ελπίδα ζωής. Θα έφευγε για την Ελλάδα με το κουβαδάκι γεμάτο ελπίδες, όνειρα και ιδανικά από τον Πόντο, για να μεταφέρει την ζωή και την συνέχεια του Πόντου στην νέα πατρίδα.

Η μάνα της σαν απούσα από την ζωή δεν αντέδρασε ούτε στο άκουσμα της δυνατότητας φυγής, ούτε στις ετοιμασίες της κόρης της. Μετά από τόσες απώλειες όλα τα αντιμετώπιζε σιωπηρά, βουβά. Λίγα χρόνια πριν είχε μεγάλη οικογένεια και περιουσία. Τώρα μπροστά της ήταν μόνο το χάσμα της ματαιότητας. Μέσα σε αυτό το χάσμα θα καταποντιστεί και η ίδια. Δεν χρειάζεται λοιπόν να κάνει κάτι. Θα περίμενε στο σπίτι της μοιρολατρικά τον βίαιο ή φυσικό θάνατο. Το κορίτσι πάντως καλά θα έκανε να φύγει. Ας πήγαινε στην ευχή του Θεού. Αν έμενε θα είχε πιο φρικτή μοίρα από το να πεθάνει. Ήταν ένα όμορφο παιδί. Σίγουρα θα γινόταν όμορφη κοπέλα. Πιθανότατα θα κοσμούσε χαρέμι αργότερα.

Έτσι άρχισε να ετοιμάζεται μόνη της η Δέσποινα. Κανόνισε να φύγει παρέα με τον ανιψιό της τον Γιάννη, το δύστυχο ορφανό του Σεραφείμ, με τον οποίο ήταν σχεδόν συνομήλικοι. Η Δέσποινα είχε γεννηθεί στις αρχές του 1909 και ο Γιάννης στο τέλος. Μαζί του πήρε ο καθένας ένα στρώμα, ένα πάπλωμα και ένα μαξιλάρι. Μία γειτόνισσα και πολύ καλή φίλη, η Αλεξάνδρα ανασκουμπώθηκε η καημένη να ζυμώσει. Τους έφτιαξε παξιμάδια, τα λεγόμενα «κουσκούρια». Έσφαξε και έψησε και κότες να έχουν στο ταξίδι.

Με αυτά τα λίγα εφόδια τα δύο παιδιά βγήκαν στην «σκάλα» και περίμεναν το πλοίο για το ταξίδι στο άγνωστο.

Το πλοίο που πήρε όλους τους στοιβαγμένους στην προβλήτα ήταν ένα Ιταλικό εμπορικό. Με το που ανέβηκαν στο κατάστρωμα τα παιδιά άρχισαν να ψάχνουν να βρουν κενό χώρο για τα ακουμπήσουν τα στρωσίδια τους. Σκοντάφτοντας σε μπόγους με ρουχισμό, πατώντας και πηδώντας μπαγκάζια και σπρώχνοντας το αλαφιασμένο πλήθος όλο και διείσδυαν στα ενδότερα του πλοίου. Όλα μέσα εκεί ήταν ξένα. Όλοι ήταν ξένοι μεταξύ τους. Άγνωστοι ανακατεμένοι άνθρωποι, πάλευαν για μια θέση και τα δύο παιδιά σαν παρείσακτα, σαν να περίσσευαν, σαν η παρουσία τους να μη κολλάει στο κεντρικό σώμα του ανθρώπινου όγκου. Ξαφνικά η Δέσποινα αναθάρρεψε:

-«Κοίτα Γιάννη. Κοίτα εκεί μακριά. Δίπλα στη κουπαστή. Κοίτα ποια είναι;»

-«Η κυρία Ελένη. Μπράβο που την είδες. Πάμε. Πάμε κοντά της.»

Η θέα της γνώριμης καλής κυρίας έδωσε δύναμη και κουράγιο στα παιδιά.

- «Μάναμ γιαβρούμ. Που ήσασταν; Πως δεν σας είδα νωρίτερα;» ρώτησε έκπληκτη η παλιά φίλη των οικογενειών τους, με ένα χαμόγελο ανησυχίας, τρυφερότητας και ικανοποίησης για την αναπάντεχη συνάντηση.

- «Να τώρα ανεβήκαμε κυρία Λένα» απάντησε η Δέσποινα.

-« Ποιος άλλος είναι μαζί σας;»

-«Εγώ και ο Γιάννης είμαστε μόνο. Κανείς άλλος»

-«Ελάτε κοντά μου, που είσαστε μοναχά σας γιαβρούμ. Μη φύγετε από δίπλα μου. Ακούς δύο παιδιά μόνα τους; Τόσοι κίνδυνοι υπάρχουν»

Πολύ γρήγορα όλα τα φαγώσιμα που είχαν μαζί τους τελείωσαν Ευτυχώς το πλοίο ήταν γεμάτο μήλα και ψίχα από φουντούκια. Αυτό ήταν το κανονικό του φορτίο. Τα έφερνε από την Τραπεζούντα και θα τα άδειαζε στην Κωνσταντινούπολη.

-«Ο καλός Θεούλης φρόντισε και αυτό το ψευτοπαπόρι είναι γεμάτο με φαγώσιμα αγαθά» είπε η Δέσποινα «Θα παρακαλέσω τον Καϊκτσί και θα καταλάβει,. Άνθρωπος του Θεού είναι και αυτός όπου και να πιστεύει.». Καϊκτσί αποκάλεσε τον καπετάνιο, γιατί μέχρι τότε η μικρή μόνο τους κυβερνήτες καϊκιών γνώριζε, που τους αποκαλούσαν καϊκτσίδες Όσο για την ελπίδα της ότι ο καπετάνιος σαν άνθρωπος του Θεού, όπου και να πιστεύει θα είναι φιλεύσπλαχνος αυτή πήγαζε από την δική της αγνή πίστη και προσήλωση στις αρχές και αξίες της θρησκείας της, που τις κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής της, όπως σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες από τον Πόντο και την Μικρά Ασία.

Οι θηριωδίες και οι αποτρόπαιες, απάνθρωπες πράξεις εναντίον τους, οι φρικαλεότητες που είδαν, οι αγωνίες και τα πάθη που έζησαν δεν έκαμψαν την πίστη όχι μόνο του μικρού παιδιού αλλά κανενός τότε Χριστιανού. Αντίθετα μάλιστα ήρθαν πιο κοντά στον Χριστό και στην Παναγία, ζητώντας παρηγοριά. Εκδήλωναν τώρα μεγαλύτερη λατρεία και ευλάβεια στην θρησκεία τους. Με περισσότερη τώρα πίστη εναπόθεταν τις ελπίδες στον Θεό. Άλλωστε ο Θεός τους δεν άφησε τον μονογενή του Υιό να σύρεται, να ταπεινώνεται και να υποφέρει μαρτύρια; Πόσοι Άγιοι δεν μαρτύρησαν στο Όνομά του; «Πάτερ άφες αυτοίς .Ου γαρ είδασι τι ποιούσι»». Αυτό και μόνο περικλείει όλο το μεγαλείο του Χριστιανισμού.

Ο καπετάνιος κατάλαβε. Μίλησαν στην ψυχή του η εικόνα της ταλαίπωρης μικρούλας, τα αθώο της μάτια, το γλυκό της χαμόγελο, ο παρακαλεστικός ήχος της φωνής της και κυρίως το θάρρος και η τόλμη της. Τους άφησε να φάνε όσο να χορτάσουν από το τόσο εύγεστο και θρεπτικό εμπόρευμα.

Στην Κωνσταντινούπολη το πλοίο άδειασε όλο του το φορτίο, ανθρώπινο και μη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Στο λιμάνι τους περίμεναν Τούρκοι αξιωματούχοι, για να τους οδηγήσουν όλους μαζί σε έναν σχολείο. Οι Τούρκοι δεν ήταν βέβαια καθόλου φιλικοί. Απεναντίας τους φοβέριζαν και τους απειλούσαν, όλες τις μέρες της παραμονής τους.

Ευτυχώς εκεί υπήρχαν Αμερικάνοι που τους προστάτευαν. Ανέλαβαν μάλιστα και το συσσίτιό τους Τούς μοίραζαν κάθε μέρα φαγητό.

Στην Κωνσταντινούπολη έκατσαν δέκα πέντε μέρες. Όλες αυτές τις μέρες τα παιδιά δεν βγήκαν από το κτίριο. Οι μεγάλοι όλο και κάποια έξοδο τολμούσαν, πάντα με τον φόβο των Τούρκων.

Τα παιδιά όμως τα φύλαγαν κλεισμένα μέσα για προστασία.

-«Καθίστε μέσα καλού κακού και μη το κουνήσετε από εδώ. Είστε πολύ μικροί για να βγείτε έξω και οι κίνδυνοι μεγάλοι» τους έλεγαν.

Έτσι οι μικροί δεν είδαν τίποτα από την Κωνσταντινούπολη, το διαμάντι του πολιτισμού και λίκνο της Ορθοδοξίας που έπαψε να εκπέμπει ζωογόνο αέρα από τις 29 Μαϊου του 1453, όταν αλώθηκε από τους Οθωμανούς, αλλά που με την φυσική ομορφιά και το απαράμιλλο και ανεπανάληπτο μνημείο αρχιτεκτονικής και τέχνης την Αγία Σοφιά συγκλονίζει τους επισκέπτες.

Την δέκατη πέμπτη μέρα ήρθε ένα πολύ μεγάλο Ελληνικό πλοίο, το «ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ» και τους πήρε. Τους πήγε κατευθείαν στον Πειραιά. Εκεί όλοι ξανατύληξαν σε μπόγους, τα άθλια και βρώμικα πλέον κλινοσκεπάσματά τους και στριμώχθηκαν στην έξοδο του πλοίου. Όμως οι πόρτες δεν άνοιγαν. Μετά από ώρες το προσωπικό του πλοίου έβγαλε ανακοίνωση :

-«Δεν θα κατέβει κανένας. Εδώ δεν σας δέχονται. Περιμένουμε εντολές να δούμε που θα σας πάμε»

Μετά από ώρες κατέφθασαν οι Αρχές. Μαζί τους έφεραν εντολή αναχώρησης του πλοίου προς περιοχές του Ιονίου πελάγους και πορτοκάλια για να μοιράσουν αντί φαγητού στους εξαθλιωμένους και ταλαιπωρημένους μετά από το πολυήμερο ταξίδι επιβάτες.

Οι επιβάτες όμως ήταν πολλοί και τα πορτοκάλια δεν επαρκούσαν.

-«Τι θα κάνουμε Δέσποινα; Πεινάω. Πως θα χορτάσουμε με λίγα πορτοκάλια;»

-«Θα τρώμε τα πορτοκάλια με τα τσόφλια Γιάννη. Δεν βλέπεις; Όλοι το ίδιο κάνουν.»

-«Και που θα κατέβουμε; Που μας πάνε; Τι θα κάνουμε;»

-«Άκουσα ότι θα μας μοιράσουν σε διάφορα μέρη. Όπου μας ξεφορτώσουν θα πάμε και θα ακολουθήσουμε τους άλλους που θα κατέβουν μαζί μας. Ό, τι κάνουν οι άλλοι θα κάνουμε και μείς, όπως μέχρι τώρα»

Κάποιους τους ξεμπάρκαραν στην Κεφαλονιά και κάποιους στην Πρέβεζα. Τα δύο παιδιά ήταν στην ομάδα που κατέβασαν στην Λευκάδα.

ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑΔΑ

Στην Λευκάδα τους οδήγησαν όλους μαζί στο Φρούριο. Ήταν ανεπιθύμητοι από τους ντόπιους και έπρεπε να απομονωθούν. Στο φρούριο δεν υπήρχε υποδομή κατάλληλη να τους φιλοξενήσει. Οι μόνες ψυχές που βρίσκονταν εκεί μέσα ήταν κάποιοι στρατιώτες που το φρουρούσαν. Πάλι ξεδίπλωσαν τα στρωσίδια τους στο πάτωμα. Ο χώρος ήταν μικρός και το βράδυ γινόταν το αδιαχώρητο. Κοιμούνταν ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς κενό χώρο μεταξύ τους. Την νύχτα οι φαντάροι για να περάσουν πατούσαν τα μαλλιά της Δέσποινας.

Άλλο ένα μαρτύριο ήταν οι ψείρες που είχαν στρατοπεδεύσει επάνω τους από την απλυσιά και τις ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης.

Την ημέρα των Χριστουγέννων η Δέσποινα μαζί με άλλα τρία κοριτσάκια πήγαν να ξεψειριαστούνε πίσω από την Αγία Μαύρα όπου ένας βράχος τις έκρυβε.

Καθώς γυρνούσαν βλέπουν να έρχονται προς το μέρος τους μία παρέα αποτελούμενη από τον παπά, έναν γιατρό και τον δάσκαλο, όπως τους συστήθηκαν.

-«Καλώς τα μου τα κοριτσάκια μου» λέει ο γιατρός όλο γλύκα και με ένα χαμόγελο που φώτιζε όλο του το πρόσωπο «Ποιο κοριτσάκι από εσάς θέλει να το πάω σε ένα σπίτι να τρώει, να πίνει και να κοιμάται;»

-«Εγώ γιατρέ» λέει αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη η Δέσποινα.

Η διπλανή της την τραβάει κρυφά από την φούστα και της ψιθυρίζει στο αυτί:

-«Σώπα καλέ.. Μη πας. Θα σε πάρει να σε κάνει δούλα»

Η Δέσποινα που με το μεστό από τα βάσανα μυαλουδάκι της είχε λάβει υπόψη όλες τις παραμέτρους, της απαντάει δυνατά με σθένος:

-«Ε και; Και που θα με κάνει δούλα τι έγινε;. Θα τρώω, θα πίνω και θα κοιμάμαι. Μια φορά παστρικιά δεν θα με κάνει»

Το αίσθημα της ηθικής ήταν ήδη ριζωμένο στις φλέβες του μικρού κοριτσιού, με το ασχημάτιστο ακόμα νεανικό κορμάκι. Οι πρόσφυγες από την Ανατολή είχαν γαλουχηθεί με αρχές και αξίες. Ήξεραν να τις προστατεύουν περισσότερο από την ζωή τους. Κατά τον αφανισμό των Ελλήνων του Πόντου, όπου οι Τούρκοι έκλειναν τους άμαχους σε σπίτια και τους πυρπολούσαν, οι νεαρές όμορφες Ελληνίδες, που τις είχαν ξεδιαλέξει για να τις πάνε στα χαρέμια, δραπέτευαν από τα χέρια τους και ρίχνονταν στη φωτιά να καούν.

-«Πήγαινε παιδί μου» την ενθάρρυνε και ο Παπάς «Δεν θα μετανιώσεις»

Η Δέσποινα δεν χρειαζόταν την προτροπή κανενός. Είχε έρθει με το πείσμα της επιβίωσης. Καταλάβαινε ότι για να επιβιώσει έπρεπε να προσαρμοστεί στις καταστάσεις. Αν και δεν γνώριζε την θεωρία του Δαρβίνου της «Φυσικής Επιλογής», σύμφωνα με την οποία «επιβιώνουν οι καλλίτερα προσαρμοζόμενοι οργανισμοί» είχε την ωριμότητα, αν και μικρή, να την εφαρμόζει.

Όσοι ξεριζωμένοι δεν θέλησαν να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα, έμειναν έξω από την ζωή ή δεν κατάφεραν να ορθοποδήσουν. Μπορεί στην πατρίδα τους από την οποία ήρθαν να ήταν άρχοντες (αγάδες όπως τους έλεγαν οι Τούρκοι) ή επιστήμονες αλλά στην νέα τους πατρίδα έπρεπε να πάρουν απόφαση ότι αρχίζουν από το μηδέν. Οι περισσότεροι το έκαναν. Ξεκίνησαν από ασήμαντες, ταπεινωτικές για την μέχρι τότε πορεία τους δουλειές. Βέβαια άλλοι σιγά-σιγά και άλλοι γρήγορα όχι μόνο ανέκαμψαν, αλλά και μεγαλούργησαν χάρη στο πείσμα τους και στις ικανότητές τους.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

Το σπίτι του γιατρού ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, πράγμα που έδειχνε ότι οικονομικώς η οικογένεια στεκόταν πολύ καλά.

Ο γιατρός με την μικρή προχώρησαν μέσα. Δεν υπήρχε στο σαλόνι ψυχή. Μυρωδιές από Χριστουγεννιάτικα εδέσματα έσπασαν την μύτη του κοριτσιού. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ένα ωραίο λευκό τραπεζομάντιλο, ενώ ακριβά σερβίτσια ήταν τοποθετημένα επάνω. Η ζέστη στην θερμαινόμενη ατμόσφαιρα από ελεγχόμενη ζωντανή φωτιά και η θέρμη της διακόσμησης του περιβάλλοντος τύλιξαν το ξεπαγιασμένο, από τις προηγούμενες μέρες στο φρούριο, κορμάκι.

Ο γιατρός στράφηκε προς την εσωτερική σκάλα και φώναξε:

-«Ασπασία κατέβα κάτω να δεις τι σούφερα. Σούφερα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι»

Μία κυρία με ευγενική φυσιογνωμία εμφανίστηκε αμέσως στις σκάλες. Άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά λέγοντας συγχρόνως:

-«Καλώς μου το. Καλώς μου το»

Μετά κοίταξε για λίγο τρυφερά την μικρή και την ρώτησε:

-«Ξέρεις Ελληνικά παιδί μου;»

-«Αμέ πως δεν ξέρω. Έχω πάει σχολείο και μιλάω τα Ελληνικά σωστά»

-«Καλέ Μήτσο μου, αυτό το παιδάκι δεν μοιάζει με τους άλλους πρόσφυγες που ήρθαν μαζί του. Είδες πόσο καλά μιλάει τα Ελληνικά;»

Η Δέσποινα ήταν ένα όμορφο κορίτσι και η φυσιογνωμία της μαρτυρούσε τα χαρίσματα του χαρακτήρα της. Είχε την θέληση και την μαχητικότητα χαραγμένα στο πρόσωπο. Κοιτούσε με αυτοπεποίθηση κατάματα τον άλλον με τα χαμογελαστά της ματάκια από όπου ξεχείλιζε η καλοσύνη και η αγάπη.

Δεν ήταν όμως μόνο τα έκδηλα προσόντα και χαρίσματα της Δέσποινας που ενθουσίασαν το ζευγάρι. Ήταν και το ζευγάρι αυτό κάτι ξεχωριστό στην τοπική κοινωνία. Ήταν και οι δύο ανώτερα και πολύ καλλιεργημένα άτομα. Δεν είχαν προκαταλήψεις για τους πρόσφυγες όπως άλλοι. Η γιατρίνα μάλιστα είχε ένα λόγο περισσότερο να τους συμπονάει. Ήταν και η ίδια πριν από χρόνια πρόσφυγας στην ίδια θέση με την μικρούλα. Από εκεί πήγαζε η τόση συγκίνηση που δοκίμασε βλέποντάς την. Είχε έλθει παιδούλα στην Λευκάδα το 1860 από την Λάρισα. Η Λάρισα τότε ήταν ακόμα υπό Τουρκική κατοχή. Απελευθερώθηκε από τους Τούρκους και προσαρτήθηκε στην Ελλάδα το 1881. Μέχρι την οριστική όμως απελευθέρωσή της είχαν γίνει πολλές εξεγέρσεις και επαναστατικά κινήματα όπως του 1841 στη διάρκεια του Τουρκο-αιγυπτιακού πολέμου και του 1854 στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, τα οποία δεν είχαν αποτέλεσμα παρά μόνο συνέπειες για τον ελληνικό πληθυσμό της. Μέσα σε αυτό το βαρύ για τους Θεσσαλούς κλίμα πήγε το 1860 ο Λευκαδίτης ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στην Λάρισα και πήρε το κοριτσάκι στο σπίτι του για να το γλυτώσει από την βαρβαρότητα και σκληρότητα των Τούρκων.

Ο ποιητής είχε γεννηθεί στην Λευκάδα το 1824 και πέθανε το 1879. Σπούδασε νομικά σε Γαλλία και Ιταλία, αλλά δεν εξάσκησε ποτέ την δικηγορική, γιατί αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση. Ήταν πολύ πλούσιος και έμενε στο γραφικό νησάκι Μαδουρή που βρίσκεται δίπλα στην Λευκάδα. Στα 25 του χρόνια παντρεύτηκε την κόρη του λόγιου της Βενετίας Αιμιλίου Τυπάλδου, την Ελοϊζα, την οποία υπεραγαπούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Επί επτά χρόνια ήταν βουλευτής της «Ιονίου Πολιτείας» και μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα έδρασε σαν βουλευτής στην Αθήνα. Αργότερα ασχολήθηκε με την απελευθέρωση της Ηπείρου. Ήταν ένθερμος πατριώτης πράγμα που φαίνεται έντονα στα ποιήματά του. Με τα ιδανικά, τις αξίες και την καλλιέργεια του ποιητή μεγάλωσε στο σπίτι του το κοριτσάκι από την Λάρισα μέχρι που το γνώρισε, το εκτίμησε, το αγάπησε και το παντρεύτηκε ο γιατρός.

Ώσπου να πλυθεί πρόχειρα η μικρούλα η γιατρίνα έφερε από την κουζίνα τα φαγητά στο τραπέζι. Μετά την φώναξε:

-«Έλα Δεσποινούλα στο τραπέζι να φάμε»

Η μικρή πειθάρχησε και έκατσε όπου της υπέδειξαν. Έκπληκτο όμως το ζευγάρι την είδε να χαμηλώνει το κεφάλι. Τα μάτια της συννέφιασαν. Το προσωπάκι της σκοτείνιασε. Η ζεστασιά και η θαλπωρή εκείνου του σπιτιού, οι μυρωδιές των αχνιστών φαγητών, η εορταστική ατμόσφαιρα οδήγησαν τις σκέψεις του παιδιού στους συμπατριώτες της στο Κάστρο: «Τώρα αυτοί θα τουρτουρίζουν τυλιγμένοι στα κουρέλια τους» σκεφτότανε «Στοιβαγμένοι και πεινασμένοι, περιμένουν και αυτοί πιο Χριστιανοί από τους χορτάτους την έλευση του Σωτήρα. Ο Γιαννάκης; Τι να κάνει άραγε χωρίς εμένα . Μήπως με περιμένει μάταια; Μέχρι λίγο πριν μοιραζόμασταν τα πάντα: στρώματα, τροφή, κακουχίες. Τώρα που εξασφάλισα ζεστασιά και καλό φαγητό ουσιαστικά τον εγκατέλειψα. Τον πρόδωσα»

Οι οικοδεσπότες αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία.

-«Τι συμβαίνει; Δεν θέλεις να φας; Δεν πεινάς; Σε απασχολεί κάτι;» την ρώτησε ανήσυχος ο γιατρός.

Σήκωσε τα μάτια της, αλλά χωρίς να βλέπει τον χώρο γύρω της. Η αποστεωμένη, ρακένδυτη φιγούρα του Γιαννάκη ήρθε και στάθηκε μπροστά της να την κοιτάζει κατάματα με βλέμμα επικριτικό και παράλληλα ικετευτικό. Τότε ξέσπασε σε κλάματα.

-«Δεν πεινάς;» ξαναρώτησε ο γιατρός.

-«Πεινάω, αλλά δεν μπορώ να φάω τίποτα»

-«Γιατί; Τι σε προβληματίζει; Μίλα μας ελεύθερα»

-«Να σκέφτομαι τον αδελφούλη μου, που τον άφησα μόνο. Τώρα πεινάει και κρυώνει»

Το ψέμα για την συγγένειά της με τον Γιάννη ήταν αναγκαίο, για να δικαιολογηθεί η τόσο μεγάλη αγάπη και φροντίδα αυτού του ταλαίπωρου κοριτσιού για τον συνομήλικο της ανιψιό που έφτανε μέχρι την αυταπάρνηση.

-«Έχεις αδελφό;»

-«Ναι είναι στο Κάστρο με τους άλλους»

-«Πως τον λένε;»

-«Γιάννη Φωτιάδη» απάντησε η Δέσποινα πνιγμένη στα δάκρυα και τα αναφιλητά.

-«Περιμένετέ με, δεν θα αργήσω» είπε ο γιατρός και εξαφανίστηκε.

Είχε δική του βάρκα. Με αυτήν πήγε απέναντι στο Κάστρο μέσα σε ένα λεπτό. Εκεί αναζήτησε τον μικρό και τον έφερε στο σπίτι να φάνε όλοι μαζί.

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ

Η ζωή δίπλα στο ζευγάρι κυλούσε ήρεμα για την Δέσποινα. Την πρόσεχαν και την προστάτευαν. Της έδειχναν πολύ αγάπη και τρυφερότητα, χωρίς να δίνουν σημασία στα πικρόχολα σχόλια φίλων και συγγενών, που τους παρότρυναν:

-«Διώξτε το βρωμοθήλυκο. Τι το θέλετε στα πόδια σας»

Το κλίμα γενικά σε όλη την Ελλάδα ήταν αρνητικό για τους πρόσφυγες και όχι εντελώς αδικαιολόγητα. Ξαφνικά ήρθε σε μια φτωχή χώρα ενάμιση σχεδόν εκατομμύριο εξαθλιωμένος πληθυσμός. Βέβαια όσοι δεν τους ήθελαν δεν λάμβαναν υπόψη τους ότι και οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες και ήρθαν εξαιτίας λαθών του Ελληνικού κράτους. Ότι δεν ήθελαν την προσφυγιά γιατί είχαν δημιουργήσει περιουσίες και πολιτισμό με κόπο και μόχθο ετών και ότι αποδεκατίστηκαν, λεηλατήθηκαν, βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν άδικα, βάρβαρα και βάναυσα.

Ένα πρωί η Δέσποινα, μετά από δέκα μήνες παραμονής της στο σπίτι του γιατρού ακούει τον ταχυδρόμο να φωνάζει:

-«Φωτιάδου; Εδώ μένει η Φωτιάδου;»

-«Εμένα λένε Φωτιάδου. Εγώ είμαι.» απαντάει η Δέσποινα με δυσπιστία για το αν άκουσε καλά.

Δεν περίμενε από κανέναν κάτι και το μυαλό της δεν μπορούσε να πάει πουθενά.

-«Έχεις γράμμα. Έλα πάρτο, δικό σου είναι.»

Παίρνει τον φάκελο και έκπληκτη διαβάζει τα στοιχεία του αποστολέα: Ευγένιος Φωτιάδης. Πειραιεύς.

Ήταν από τον αδελφό της τον δάσκαλο. Είχε έρθει με την οικογένειά του από την Ρωσία και είχε εγκατασταθεί προσωρινά στον Πειραιά. Ένα πρώτο μέλημα ήταν να βρει την αδελφή του. Έγραψε γράμματα σε διάφορες επιτροπές σε όλη την Ελλάδα, όπου υπήρχαν πρόσφυγες και την αναζητούσε. Μέσα στα διάφορα μέρη που απευθύνθηκε ήταν και η Λευκάδα. Έτσι την εντόπισε και αμέσως της έγραψε γράμμα για να την προσκαλέσει κοντά του.

Η γιατρίνα μόλις το πληροφορήθηκε έδειξε για άλλη μια φορά την ανθρωπιά της:

-«Να πας κοριτσάκι μου αν το θέλεις και εσύ. Εμείς δεν θα σε εμποδίσουμε να σμίξεις με τους δικούς σου. Θα σε βοηθήσουμε κιόλας να ταξιδέψεις. Έχεις και 500 δραχμές να πάρεις μαζί σου. Το ξέρεις ότι έχεις μαζέψει 500 δραχμές;»

-«Όχι που να το ξέρω»

-«Πληρώνεσαι κορίτσι μου. Παίρνεις 50 δραχμές τον μήνα. Έχουν μαζευτεί μέχρι τώρα 500 δραχμές. Είναι ο κόπος σου, θα στα δώσω για το ταξίδι»

- «Δώστε τα κυρία τα λεφτά- λέει η Δέσποινα με ενθουσιασμό- να τα στείλω στον αδελφό μου. Θα τα έχει σίγουρα ανάγκη. Έχει οικογένεια. Εγώ τι να τα κάνω. Δεν τα χρειάζομαι γιατί δεν θέλω να φύγω ακόμα από κοντά σας»

-«Πως; Να δώσεις τα λεφτά στον αδελφό σου; Τι είναι αυτά που λες; Που ακούστηκε μικρό παιδί να στέλνει λεφτά στον τόσο μεγαλύτερο αδελφό του; Αυτό δεν θα έχει ξαναγίνει»

Έγινε όμως ίσως για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα και έλαβε με γράμμα ο Ευγένιος τα χρήματα από το μικρό παιδί, όπως για πρώτη φορά μέσα στην φωτιά του ολέθρου, το ίδιο παιδί πριν λίγα χρόνια έψαχνε απεγνωσμένα τον άλλο επίσης πολύ μεγαλύτερο αδελφό του τον Σεραφείμ και όπως για πρώτη φορά το ίδιο παιδί αν και πεινασμένο αρνιόταν να φάει αν δεν έτρωγε μαζί και ο συνοδοιπόρος ανιψιός Γιάννης. Γιατί αυτή ήταν η Δέσποινα. Μπορούσε να τα βάλει στην ζωή της με ανυπέρβλητα εμπόδια, να παλέψει, να τολμήσει, να πετύχει, όμως δεν μπορούσε να τα βάλει με την ευαισθησία της, με την μεγάλη της καρδιά, με τα αισθήματά της. Μάλλον όχι δεν μπορούσε, αλλά δεν ήθελε.

Η ζωή της, η σκέψη της είχε γίνει ένα με την έννοια της προσφοράς στους δικούς της ανθρώπους. Παρότι ακολουθούσε μοιραία μοναχική πορεία χωρίς πατέρα στην αρχή και στην συνέχεια με ξεκληρισμένη την υπόλοιπη οικογένειά της και παρότι βίωνε σκληρές έως βάρβαρες καταστάσεις δεν είχε γίνει εγωκεντρικό άτομο που να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, επιζητώντας υλικά αγαθά για μια καλλίτερη ζωή. Αντίθετα η ύλη την άφηνε αδιάφορη γιατί πίστευε μόνο στα αισθήματα. Την είχε κατακυριεύσει η δίψα για αγάπη, για οικογένεια και για ανθρώπινες σχέσεις, που η έλλειψή τους της είχε αφήσει κενό. Αυτό το κενό προσπαθούσε να το καλύψει με τις θυσίες, την αυταπάρνηση και την διαρκή χωρίς όρια προσφορά .

Έβαλε τα χρήματα η Δέσποινα σε έναν φάκελο και τα έστειλε στον αδελφό της μαζί με ένα γράμμα, στο οποίο προσπάθησε να δικαιολογήσει την απόφασή της να παραμείνει στο σπίτι του γιατρού, επικαλούμενη θέμα υγείας. Στην πραγματικότητα η σύνεση την οδήγησε στην απόφαση αυτή. Θα ήταν επιπόλαιο να αφήσει αυτό το σοβαρό σπίτι με τους θαυμάσιους ανθρώπους που τις εξασφάλιζαν αξιοπρεπή ζωή για να πάει στην αβεβαιότητα της πρωτεύουσας και να γίνει βάρος στην οικογένεια του Ευγένιου, που πάλευε να ορθοποδήσει.

Χρόνια μετά ο αδελφός της ο Ευγένιος το έλεγε και δεν το πίστευε:

-«Ακούς εκεί αντί να την βοηθήσω εγώ, μου έστειλε χρήματα, μικρό παιδί».

Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Η Δέσποινα έμεινε στην Λευκάδα τρία χρόνια. Ίσως να έμενε και άλλο αν ένα αναπάντεχο συμβάν δεν την ανάγκαζε να ταξιδέψει επειγόντως στην Αθήνα. Μία μέρα την έστειλε η σύζυγος του γιατρού στο ιατρείο για να τον ρωτήσει κάτι. Στο δρόμο ένα λυσσασμένο σκυλί της επιτέθηκε και την δάγκωσε. Αυτοί που έτρεξαν να την βοηθήσουν την μετέφεραν αμέσως στο σπίτι. Η γιατρίνα κατατρόμαξε και φώναξε αναστατωμένη τον σύζυγό της:

-«Πρέπει να την στείλω στην Αθήνα για θεραπεία το ταχύτερο. Εδώ δεν έχουμε την δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το περιστατικό - λέει ο γιατρός και απευθυνόμενος στην Δέσποινα συμπληρώνει- Θα πας στο σπίτι του αδελφού μου που μένει εκεί. Φίλλιπος Περδικάρης λέγεται. Αυτός θα σε πηγαίνει κάθε μέρα στο Βοτανικό να κάνεις όσες ενέσεις χρειάζονται. Μη φοβάσαι και όλα θα πάνε καλά. Εγώ θα σε συνοδεύσω μέχρι την Πάτρα. Δεν μπορώ περισσότερο»

Την άλλη μέρα το πρωί η Δέσποινα άφησε οριστικά το φιλόξενο σπίτι με το καλό ζευγάρι, που της στάθηκε στις πολύ δύσκολες μέρες και της έδειξε αγάπη και στοργή. Ποτέ βέβαια δεν τους ξέχασε και πάντα στο μυαλό και στην ψυχή της ήταν οι «άγιοι άνθρωποι που είχαν εξασφαλίσει σίγουρη θέση στον Παράδεισο», όπως έλεγε.

Πριν ξεκινήσει έστειλε γράμμα στον αδελφό της τον Ευγένιο ενημερώνοντάς τον για την άφιξή της στον Πειραιά με συγκεκριμένο τραίνο από Πάτρα. Στην Πάτρα ο γιατρός την παρέδωσε σε έναν φίλο του βαρκάρη, και τον παρακάλεσε να την πάει σε ξενοδοχείο και την άλλη μέρα να την συνοδεύσει στο τραίνο. Ο φίλος αυτός ήταν ένας πολύ απλός και ευγενικός άνθρωπος. Της παραστάθηκε και την βοήθησε πολύ στον σύντομο χρόνο που την είχε υπό την προστασία του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ήταν άλλος χαρακτήρας αφού ήταν έμπιστος φίλος του γιατρού. Οι άνθρωποι με ανώτερα

αισθήματα και με καλλιέργεια πνεύματος και ψυχής, όπως ο γιατρός, δημιουργούν και ένα πεδίο γύρω τους από ομοίους τους. Γιαυτό και ήταν ευτύχημα η Δέσποινα να μπει στο πεδίο εμβέλειας της ανθρωπιάς και ανωτερότητας του γιατρού. Δυναμικό πεδίο και μάλιστα ισχυρότερο, αλλά με αντίθετες δυνάμεις του κακού δημιουργούν γύρω τους και οι διεφθαρμένοι άνθρωποι οι οποίοι μάλιστα καραδοκούν να αλώσουν αθώες και δυστυχισμένες ψυχές, όπως ήταν η Δέσποινα όταν ήρθε στην Ελλάδα. Ευτυχώς η τύχη ή ίσως και η διαίσθησή της την προφύλαξαν.

Στην αποβάθρα του τραίνου ο έμπειρος και ψημένος από ζωή βαρκάρης της έδωσε τις τελευταίες απαραίτητες συμβουλές:

-« Πρόσεξε κορίτσι μου, που θα κατέβεις. Εσύ πας Πειραιά για να συναντήσεις τον αδελφό σου. Το τραίνο όμως θα σταματήσει πρώτα στην Αθήνα όπου σχεδόν θα αδειάσει από κόσμο γιατί εκεί κατεβαίνουν σχεδόν όλοι. Να μη βγεις γιατί θα χαθείς . Εκεί στον Πειραιά που θα κατέβεις μη πεις σε κανέναν ότι είσαι ξένη. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι που αρπάζουν τα κοριτσάκια. Θα πλησιάσεις μόνον αυτούς που φοράνε καπέλα και έχουν ασημένια κουμπιά μπροστά. Μόνο σε αυτούς θα πεις ότι είσαι ξένη και θα τους ζητήσεις να σε βοηθήσουν να βρεις τον αδελφό σου, αφού λες ότι δεν τον γνωρίζεις»

Τότε η Δέσποινα ήταν ένα όμορφο κορίτσι γύρω στα δέκα έξη.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ

Με αρκετή καθυστέρηση το τραίνο έφτασε νύχτα στον Πειραιά. Η Δέσποινα κατέβηκε.

Δεν υπήρχε ψυχή. Ο βαρκάρης είχε δίκιο. Όλοι είχαν κατέβει στην Αθήνα και στην αποβάθρα δεν περίμενε κανείς. Στάθηκε ελπίζοντας ότι θα δει ή θα ακούσει κάποια κίνηση, ότι κάποιος θα την φωνάξει με το όνομά της. Σε λίγο η σιωπή και το σκοτάδι άρχισαν να την φοβίζουν. Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε. Ερημιά και εκεί. Κάνα- δυό μόνο κινούμενες ανθρώπινες φιγούρες από μακριά, χάθηκαν και αυτές στο σκοτάδι. Ευτυχώς λίγο πιο πέρα στέκονταν ένας άντρας με ασημένια κουμπιά και καπέλο. Αυτόν θα ρωτούσε και θα ζητούσε την βοήθειά του όπως την είχε συμβουλέψει ο βαρκάρης. Άνοιξε το βήμα και τον πλησίασε. Ήταν ένας χωροφύλακας:

-«Είμαι μόνη μου και δεν ξέρω κανέναν εδώ. Μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε σας παρακαλώ;»

-«Που θες να πας;»

Η Δέσποινα σκέπτεται για λίγο:

-«Θέλω να πάω στην αγορά του Πειραιά»

-«Τι είναι εκεί;»

-«Ο αδελφός μου. Εκεί έχει πάγκο και πουλάει πράγματα»

Ο Ευγένιος παρά τις παιδαγωγικές σπουδές του και παρά την ένθερμη επιθυμία του να ασκήσει τα καθήκοντα του εκπαιδευτικού, δεν δίστασε στιγμή να προσαρμοστεί στις τραχιές καταστάσεις που βρήκε μόλις ήρθε στην Ελλάδα.. Πέρα από τα όνειρα και τις προσδοκίες υπάρχει η ανάγκη της επιβίωσης. Προείχε το να ζήσει αυτός και η οικογένειά του, δηλαδή η γυναίκα του και τα παιδιά του. Το επάγγελμα του μικροπωλητή ήταν μία λύση. Ο πάγκος με εμπορεύματα στην αγορά του Πειραιά θα τους έδινε ψωμάκι. και το ψωμάκι είναι ιερό και την ιερότητα του την μεταβιβάζει σε κάθε έντιμο επάγγελμα που το εξασφαλίζει. Γιαυτό ο Ευγένιος με τον ίδιο ζήλο που θα υπηρετούσε το λειτούργημα του δασκάλου, ρίχτηκε στο κυνήγι του μεροκάματου. Άλλωστε ο αγώνας της επιβίωσης και η μάχη του μεροκάματου καλλιεργεί τον χαρακτήρα και διαμορφώνει την προσωπικότητα όπως και οι σπουδές. Είναι και αυτά σχολεία.

-«Παιδί μου-της λέει ο χωροφύλακας- είναι αργά τώρα. Είναι όλα κλειστά. Την νύχτα όλοι φεύγουν»

Κάποιος άγνωστος που βρέθηκε εκείνη την στιγμή εκεί και παρακολούθησε τα τελευταία λόγια του χωροφύλακα λέει στο κορίτσι:

-«Που πας καλέ;»

Η Δέσποινα θυμήθηκε τα λόγια του βαρκάρη για τους κακούς ανθρώπους που πλησιάζουν τα κορίτσια και τον κοίταξε αυστηρά και αγριεμένα. Καταλαβαίνοντας ο χωροφύλακας τον φόβο της για τον άγνωστο και πιστεύοντας ότι είναι κάποιος φαντάρος που πήγαινε στην μονάδα του με το τραίνο, τον αποπήρε αμέσως:

-«Άφησέ μας Χριστιανέ μου. Φύγε»

Ο άγνωστος υπάκουσε στην προσταγή και πήγε και στάθηκε λίγο παραπέρα. Η Δέσποινα άρχισε να εξηγεί στον χωροφύλακα, όλο το πρόβλημά της καταλήγοντας:

-«Θέλω λοιπόν να βρω τον αδελφό μου κύριε, αλλά όπως σας είπα ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει»

Τότε ο άγνωστος πήρε το θάρρος και χωρίς να πλησιάσει φώναξε με πολύ ευγένεια στον χωροφύλακα:

-« Με συγχωρείται κύριε. Μπορώ να σας μιλήσω ιδιαιτέρως; Έρχεστε σας παρακαλώ;»

Ο χωροφύλακας άφησε για λίγο την μικρή και πήγε κοντά του:

-« Γυρεύω την αδελφή μου την οποία δεν γνωρίζω όπως δεν με γνωρίζει και εκείνη -.του λέει ψιθυριστά ο άγνωστος - Θα ερχόταν με το τραίνο και ίσως να είναι αυτό το κορίτσι» και στρεφόμενος προς την μικρή της λέει με δυνατή φωνή;

-«Που πας κορίτσι μου;»

Η Δέσποινα που εξακολουθούσε να τον αντιμετωπίζει σαν εν δυνάμει εχθρό του απαντά απότομα:

-«Στον αδελφό μου»

-«Και που είναι ο αδελφός σου;»

Η γλύκα στην φωνή του αγνώστου και η αμέτοχη πλέον παρουσία του χωροφύλακα, που θα πρέπει να σήμαινε έγκρισή του για τον διάλογο, της δημιούργησαν πλέον αίσθημα εμπιστοσύνης. Χαμηλώνει λίγο τα μάτια και απαντά με ήπιο τόνο:

-«Εδώ στον Πειραιά. Δηλαδή εδώ κοντά μένει.»

-«Καλά και δεν το ξέρει ότι έφτασες;»

-«Τον ειδοποίησα αλλά το τραίνο είχε καθυστέρηση και επειδή είναι αργά ίσως έφυγε.»

-« Πώς σε λένε;»

-«Δέσπω Φωτιάδη»

-« Εμένα ξέρεις πως με λένε; Ευγένιο Φωτιάδη. Εγώ είμαι ο αδελφός σου»

Η Δέσποινα σήκωσε το κεφάλι ψηλά να συναντήσει το βλέμμα του. Κοιτάχτηκαν με υγρά μάτια για λίγο και αγκαλιάστηκαν. Μετά ξανακοιτάχθηκαν πιο επίμονα αυτή την φορά ψάχνοντας να βρει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τους γονείς και τα αδέλφια που άφησαν στον Πόντο και όλον τον Πόντο αν ήταν δυνατόν.

Ο χωροφύλακας που τους κοιτούσε διακριτικά τους είδε σε λίγο να απομακρύνονται μέχρι που χάθηκαν στο σκοτάδι και έσβησε ο ήχος της χαρούμενης φλυαρίας τους.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Ευγένιος ήταν ο δεύτερος σε ηλικία αδελφός την Δέσποινας, αλλά πολύ μεγαλύτερός της. Νεαρός για να γλυτώσει την αιχμαλωσία και τον θάνατο έφυγε από την Σαμψούντα και πήγε στην Ρωσία, όπου σπούδασε δάσκαλος. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε μία Πόντια την Μελανεία που είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στην Ρωσία. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Αλέκο, τον Βαγγέλη, την Ευτυχία και την Αλεξάνδρα.

Στην Ρωσία όμως ένοιωθε ξένος γιαυτό και ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα να ενώσει την μοίρα του με τους συμπατριώτες του. Στον Πειραιά που εγκαταστάθηκε μία αρρώστια του θέρισε τα δύο του κοριτσάκια. Πολλοί τότε που είχαν γλυτώσει από την τούρκικη λαίλαπα και κυρίως παιδιά αποδεκατίστηκαν στην Ελλάδα από μολυσματικές ασθένειες.

Ο πάγκος στην αγορά ήταν για τον Ευγένιο ευκαιριακό επάγγελμα ανάγκης μέχρι να καταφέρει να διοριστεί δάσκαλος. Πολύ γρήγορα φρόντισε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά που αποδείκνυαν τις σπουδές και την προϋπηρεσία του και τα υπέβαλε με αίτηση στο Κράτος. Πρώτος του διορισμός ήταν στην Κρεμαστή.

Εκεί πραγματικά άφησε την σφραγίδα του πρωτοπόρου νεωτεριστή εκπαιδευτικού που μάχεται και νοιάζεται για την συγκρότηση της προσωπικότητας των εκπαιδευομένων και την κοινωνική καλλιέργεια σε πρώτη προτεραιότητα και στην συνέχεια για την συσσώρευση γνώσεων.

Όταν ανέλαβε καθήκοντα σχολείο δεν υπήρχε. Η Κρεμαστή είχε να δει δάσκαλο δεκάξι χρόνια. Στα εξαθλιωμένα από την φτώχεια, ξυπόλυτα παιδάκια της περιοχής ο παπάς έκανε υποτυπώδες μάθημα σε ένα υπόγειο

Ο Ευγένιος αντικρίζοντας την κατάσταση έγινε έξαλλος. Μάζεψε τους κατοίκους και τους δήλωσε.

–«Εγώ κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορώ να διδάξω.»

Στην συνέχεια άρχισε να τους ρωτάει έναν έναν :

-«Έχεις μήπως συγγενείς στην Αμερική;»

Οι περισσότερες απαντήσεις ήταν καταφατικές. Πολλοί συγγενείς τους τα προηγούμενα χρόνια απογοητευμένοι από την φτώχεια και την έλλειψη προοπτικών στην περιοχή έφυγαν μετανάστες στην Αμερική.

-«Ναι έχω»

-«Τότε κάτσε να τους γράψουμε μαζί γράμμα να μας στείλουν οικονομική βοήθεια»

Τα γράμματα αυτά απέδωσαν. Το χρήμα που εισέρευσε φρόντισε ο δάσκαλος να γίνει σχολείο, εκκλησία, παπούτσια και ρούχα για τα παιδιά.

Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο έβαλε στην τοπική κοινωνία τις βάσεις του πολιτισμού και των τεχνών οργανώνοντας θεατρικές μαθητικές παραστάσεις.

Αργότερα μετατέθηκε στους Μολάους. Εκεί χάνει από αρρώστια τον γιο του Αλέκο.

Στα τελευταία στάδια της ζωής του ο Ευγένιος με την γυναίκα και το μοναδικό του πλέον παιδί τον Βαγγέλη νοίκιασε ένα σπίτι κοντά στην μόνη συγγενή του, την αδελφή του Δέσποινα, που τότε είχε δική της οικογένεια και ζούσε στην Σαφράμπολη της Νέας Ιωνίας. Έμεινε εκεί ένα διάστημα και τέλος μετακόμισε σε δικό του σπίτι που αγόρασε στον Ταύρο. Πέθανε υπερήλικας. Ο γιος του ο Βαγγέλης, δεν έκανε οικογένεια. Έτσι το σπίτι αυτό το κληρονόμησε στο τέλος από τον ανιψιό της η Δέσποινα.

Ο Γιαννάκης το ορφανό του μεγάλου αδελφού, που ήρθε μαζί με την Δέσποινα στην Ελλάδα, έγινε υδραυλικός, παντρεύτηκε μία κοπέλα που την έλεγαν Αντωνία και το ζευγάρι, που δεν απέκτησε παιδιά, εγκαταστάθηκε και αυτό στην Σαφράμπολη κοντά στην Δέσπονα.

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΩΝΑ

Η Δέσποινα την άλλη μέρα που συνάντησε για πρώτη φορά τον Ευγένιο, πήγε στο σπίτι του αδελφού του γιατρού από την Λευκάδα. Αυτός ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που του έδωσε ο γιατρός φρόντισε για την θεραπεία της από το δάγκωμα του λυσσασμένου σκύλου. Φρόντισε ακόμα στην συνέχεια να της βρει δουλειά ως εσωτερική βοηθητική στο σπίτι ενός άλλου γιατρού του Φωτεινού, που είχε δική του κλινική στην λεωφόρο 3ης Σεπτεμβρίου της Αθήνας.

Εκεί δούλεψε μέχρι το 1935, μέχρι δηλαδή που γνώρισε και παντρεύτηκε έναν επίσης πρόσφυγα από την Μικρά Ασία τον Βασίλη Τσάκωνα.

Ο Βασίλης Τσάκωνας είχε γεννηθεί το 1907 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Γονείς του ήταν ο Κυριάκος και η Μαρία και είχε και έναν αδελφό τον Αναστάση. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 με την Μικρασιατική καταστροφή η μάνα με τα δύο αγόρια της κατάφεραν να μπουν σε πλοίο σωτηρίας που τους κατέβασε στην Σύρο. Εκεί έκατσαν ενάμιση χρόνο, κάτω από την μέριμνα επιτροπών που φρόντιζαν για το συσσίτιο τους. Μετά ήρθαν στην Αθήνα, στο Υπουργείο Επισιτισμού, όπου τους έβαλαν να μείνουν στην σοφίτα κτιρίου του Υπουργείου.

Από τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς ο Βασίλης αν και σχεδόν παιδί ακόμα άρχισε να δουλεύει για να ζήσουν. Στην αρχή πούλαγε κουλούρια. Κρέμαγε με ιμάντα από τον λαιμό μία τάβλα γεμάτη κουλούρια και τα πουλούσε σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Μάλιστα από αυτή την δουλειά είχε να διηγείται αργότερα στα παιδιά του γελώντας ένα περιστατικό:

-«Μια μέρα ανέβηκα λαθραία στο τραμ με την τάβλα γεμάτη κουλούρια για να πάω στην Ομόνοια να τα πουλήσω. Με παίρνει όμως είδηση ο εισπράκτορας και με πετάει έξω από το τραμ. Χα χα. Αλλού πήγε η τάβλα, αλλού τα κουλούρια και αλλού εγώ.»

Το περιστατικό βέβαια ήταν δραματικό και δείχνει την σκληρότητα εκείνης της εποχής, ενώ το κουράγιο του Βασίλη να γελάει όποτε το θυμόταν δείχνει την δύναμη ψυχής των προσφύγων που έζησαν και ανέχτηκαν τέτοιες ακραίες και τραγικές καταστάσεις.

Κατόπιν ο Βασίλης άρχισε το επάγγελμα του μεταφορέα.. Πήγαινε στον σταθμό του τρένου ή των υπεραστικών λεωφορείων και κουβάλαγε τις βαλίτσες των ταξιδιωτών.

Τέλος κατέληξε στις οικοδομές ως βοηθητικός στο κτίσιμο των προσφυγικών συνοικισμών.

Σε έναν τέτοιο συνοικισμό στην περιοχή Σαφράμπολη της Νέας Ιωνίας η μητέρα του εξασφάλισε με παραχωρητήριο από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων σπίτι και εγκαταστάθηκαν εκεί.

Στις οικοδομές ο Βασίλης στην αρχή κουβάλαγε λάσπη ή «πηλοφόρι» όπως ο ίδιος έλεγε και συνέχιζε:

-«Μετά έγινα «μαστοράντζα». Ήμουνα «αμμοκονιαστής»

Η λέξη «αμμοκονιαστής» προέρχεται από τη λέξη «αμμοκονίαμα» που είναι ο σουβάς, δηλαδή το οικοδομικό υλικό σουβαντίσματος. Σαν σουβατζής ο Βασίλης συμμετείχε με συνεργείο στο κτίσιμο κτιρίων του Ερυθρού Σταυρού στην Σύρα.

Η Δέσποινα παντρεύτηκε τον Βασίλη στην εκκλησία Άγιος Στέφανος στην Σαφράμπολη που τότε ήταν παράγκα και το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην περιοχή αυτή της Νέας Ιωνίας σε προσφυγικό σπίτι απέναντι από το σπίτι της μητέρας του Βασίλη. Ήταν μία μονοκατοικία δύο δωματίων με μαγειρείο, τουαλέτα και με αυλή και βρισκόταν σε σοκάκι (πάροδο) κάθετο στην οδό Ινεπόλεως.

Με τον Βασίλη η Δέσποινα πέρασε καλά. Ο Βασίλης ήταν ένας ήσυχος και ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, που ήθελε πάντα δίπλα του τα παιδιά του, τους συγγενείς και τους φίλους. Ήθελε μεγάλο και εγκάρδιο περιβάλλον. Η Δέσποινα σεβόταν τις επιθυμίες του άντρα της και δεν του χαλούσε χατίρι. Με συγγενείς και φίλους κάνανε γλέντια και χορούς σε σπίτια. Διασκεδάζανε «σπιτικά», όπως έλεγαν. Δεν ξέρανε, δεν θέλανε αλλά και δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πηγαίνουν σε κοσμικά κέντρα διασκέδασης. Συχνά πήγαιναν με τα πόδια στην Φιλαδέλφεια στο σπίτι ενός ξαδέλφου του Βασίλη , του Διαμαντή. Στις γιορτές έπαιρναν μαζί τους και φαγητά σε καλάθια και τρώγανε, πίνανε και διασκεδάζανε με την οικογένεια του Διαμαντή. Αλλά και με τον Αναστάση τον αδελφό του Βασίλη είχαν πολύ καλές σχέσεις. Με την γυναίκα του μάλιστα η Δέσποινα ήταν πολύ φίλες. «Πίνανε νερό η μία στο όνομα της άλλης» όπως έλεγε η Δέσποινα για την συννυφάδα της. Το ίδιο αγαπημένη ήταν και με την πεθερά της. Η Δέσποινα την γηροκόμησε μέχρι που πέθανε στα χέρια της.

Η Δέσποινα και ο Βασίλης, αν και ήταν και οι δύο κοινωνικοί, φιλικοί και εγκάρδιοι με τον κόσμο και αγαπημένοι μεταξύ, διέφεραν πολύ στον χαρακτήρα. Ίσως γιατί είχαν μία βασική διαφορά στην ζωή τους πριν να σμίξουν: Η Δέσποινα από μικρή πάλευε μόνη ενώ ο Βασίλης είχε πάντα την μητέρα του και τον αδελφό του. Γιαυτό και τα ψυχικά τραύματα από την μέχρι τότε ταλαιπωρημένη ζωή τους τα επούλωναν με διαφορετικό τρόπο.

Ο Βασίλης, ήθελε να τους βλέπει όλους καλοπροαίρετους, να τους βλέπει όλους φίλους. Έκλεινε τα μάτια στην κακία. Μετά από τόσες τρικυμίες στην ζωή του ήθελε πλέον να ηρεμήσει, να ζήσει και να χαρεί μια ήσυχη ζωή και ειρηνική. Η Δέσποινα πάλι, στερημένη από μικρή από οικογενειακή θαλπωρή και από αγάπη και εκπαιδευμένη από τις κακουχίες και τις αντιξοότητες στις διαρκείς μάχες, ήθελε το περιβάλλον της πολύ οικογενειακό και πολύ φιλικό, με βαθιές και ουσιαστικές σχέσεις τρυφερότητας, κατανόησης και αγάπης. Το περιβάλλον αυτό ήθελε να το περιθωρακίζει, να το προασπίζεται και να το διασφαλίζει από κάθε κίνδυνο ή απειλή. Αντίθετα με τον Βασίλη είχε τα μάτια ορθάνοικτα και ήταν έτοιμη ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσει με πείσμα και σθένος, ό,τι θα επιβουλευόταν την ηρεμία τους και την συνοχή τους που με τόσους κόπους και θυσίες είχαν πετύχει.

Από τον γάμο τους ο Βασίλης και η Δέσποινα απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Κυριάκο, τον Ιορδάνη τον Σεραφείμ και την Βαρβάρα.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

-«Έτσι που λες γιε μου Σεραφείμ. Σου έδωσα το όνομα του αδελφού μου, που σκότωσαν οι Τούρκοι. Βλέπεις η ζωή συνεχίζεται. Την έβαλα την ζωή μέσα στο ίδιο κουβαδάκι που είχα μαζί μου τότε που έψαχνα στα γύρω χωριά τον θείο σου τον Σεραφείμ, να του δώσω τροφή και ρουχισμό, να του προσφέρω ελπίδα επιβίωσης. Δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Δεν τον πρόλαβα ζωντανό. Έβαλα και εγώ λοιπόν στο κουβαδάκι την ζωή του και την πέρασα από τρικυμίες και ανηφόρες και την έφερα εδώ και σου την έδωσα. Σου είπα και όλη την ιστορία μου, μέχρι εκεί που δεν την έζησες. Πάρε λοιπόν την σκυτάλη και γράψε την υπόλοιπη ιστορία.»

-«Να κλείσω το μαγνητόφωνο;»

- «Ναι αφού πρώτα πω ότι αφιερώνω την κασέτα αυτή στα εγγόνια μου και στα παιδιά μου να την ακούν, να την διαβάζουν και να θυμούνται τα όσα τράβηξα, πως ήρθα στην Ελλάδα από τον Πόντο, να θυμούνται τα βάσανα που πέρασα, πάντα όμως με το κεφάλι ψηλά. Δεν βρέθηκε ποτέ κανείς να μου πει: Ε!! εσύ, πού πας, στάσου, έλα εδώ. »

Όταν μετά από χρόνια ο Σεραφείμ Τσάκωνας ξανάνοιξε το μαγνητόφωνο για να συμπληρώσει την ιστορία με τα βιώματα και τις αναμνήσεις του ίδιου, οι γονείς του είχαν πεθάνει πλήρεις ημερών.

ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΕΜΦΥΛΙΟΣ

Τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε την κατοχή, ήταν για την οικογένεια Τσάκωνα, ό, τι για όλο τον απλό κόσμο που βρέθηκε ξαφνικά σε κυκεώνα αναμετρήσεων και δίνη ακραίων καταστάσεων. Ανασφάλεια, πείνα, φόβος και απόγνωση είχαν καταλάβει και καταβάλει σώματα και ψυχές.

Ο Σεραφείμ Τσάκωνας γεννήθηκε στην αρχή αυτής της τραγικής για την Ελλάδα περιόδου. Είναι φυσικό λοιπόν να μη θυμάται την κατοχή και να θυμάται πολύ λίγο τον εμφύλιο. Ήταν όμως τόσες πολλές και τόσο ζωντανές οι αφηγήσεις και οι περιγραφές που έχει ακούσει από την μητέρα του Δέσποινα που είναι σαν δικές του αναμνήσεις.

Στους βομβαρδισμούς στην διάρκεια του ιταλογερμανικού πολέμου, αλλά περισσότερο κατά τον εμφύλιο με τους βομβαρδισμούς των Άγγλων, μόλις η σειρήνα της περιοχής άρχιζε να σφυρίζει προειδοποιητικά η Δέσποινα με τα παιδιά της, άλλα στην αγκαλιά και άλλα στα χέρια, έτρεχε για ασφάλεια στο καταφύγιο που είχε φτιάξει σκάβοντας το χώμα στην αυλή του ένας γείτονας. Το καταφύγιο αυτό με λίγα σκαλάκια οδηγούσε σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Με την προαγγελία του πολέμου πολλοί προνοητικοί στην περιοχή της Νέας Ιωνίας, λόγω σχεδόν γειτνίασής της με το αεροδρόμιο του Τατοϊου, που θα ήταν στόχος βομβαρδισμού, είχαν φτιάξει τέτοια καταφύγια σκάβοντας το έδαφος στις αυλές τους και πρόθυμα φιλοξενούσαν εκεί τους γείτονές τους όση ώρα κρατούσε ο συναγερμός.

Δύο περιστατικά, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, δείχνουν τον ισχυρό και ορμητικό χαρακτήρα της Δέσποινας και θυμίζουν το αποφασιστικό μικρό κορίτσι που ήρθε από τον Πόντο με την θέληση και το πείσμα να μη λυγίσει και να μη φοβηθεί σε δύσκολες, τραχιές και σκληρές καταστάσεις.

Το πρώτο περιστατικό έλαβε χώρα στην Γερμανική κατοχή. Τότε ο κόσμος για να ζεσταθεί πήγαινε στα γύρω δάση και έκοβε ξύλα. Κοντινό δάσος για την οικογένεια Τσάκωνα ήταν στου Βέϊκου. Έτσι πήγε εκεί ο Βασίλης, αλλά έπεσε σε ενέδρα χωροφυλάκων, οι οποίοι του ζήτησαν τα στοιχεία του:

-«Ποιος είσαι και τι δουλειά κάνεις;»

¬ -«Λέγομαι Βασίλης Τσάκωνας και είμαι αμμοκονιαστής»

-«Α!! ώστε έτσι λοιπόν. Γρήγορα μέσα στο κρατητήριο»

Ο Βασίλης πειθάρχησε πιστεύοντας ότι δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει. Μάταια τον περίμενε με τις ώρες στο σπίτι η γυναίκα του η Δέσποινα. Κάποια στιγμή που την έφαγε η αγωνία πάει στην χωροφυλακή να ρωτήσει μήπως ήξεραν κάτι για την τύχη του άντρα της:

-«Ναι και βέβαια ξέρουμε. Τον έχουμε μέσα στο κρατητήριο.»

-«Γιατί τι έκανε;»

-«Ομολόγησε ότι είναι κομουνιστής του ΕΑΜ»

-«Πότε έκανε κάτι τέτοιο και γιατί να το κάνει;» ρώτησε η Δέσποινα έκπληκτη.

-«Τον ρωτήσαμε απλά τι δουλειά κάνει και μας είπε ότι είναι ΕΑΜοκομουνιστής»

Η Δέσποινα αγρίεψε:

-«Αμμοκονιαστής σας είπε, που σημαίνει σουβατζής. Σουβατζής δηλαδή είναι ο άνθρωπος και σεις τον κλείσατε μέσα; Αφήστε μας στην τύχη μας και στα βάσανά μας»

Έτσι πήρε τον άντρα της και γύρισαν σπίτι.

Το δεύτερο περιστατικό έγινε στον εμφύλιο πόλεμο. Ένα καλοκαιρινό βράδυ οι χωροφύλακες κυνηγούσαν έναν αριστερό που έμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι του Σεραφείμ. Τότε τα καλοκαίρια όλοι κοιμόντουσαν με ανοικτές τις πόρτες και τα παράθυρα και πολλοί μάλιστα έβγαζαν τα κρεβάτια στις αυλές για να δροσίζονται. Η Δέσποινα για να είναι ο μικρός Σεραφείμ και τα άλλα της παιδιά σε ρεύμα αέρος είχε μεταφέρει τα στρωσίδια τους και τα έβαλε να κοιμηθούν μέσα μεν στο σπίτι αλλά ακριβώς μπροστά από την ορθάνοικτη εξώθυρα, η οποία ήταν τρία σκαλιά ψηλότερα από το έδαφος της αυλής. Ξαφνικά τρέχοντας για να γλυτώσει από την σύλληψη ο γείτονας εισβάλει στο σπίτι τους από την ανοικτή πόρτα και περνώντας πάνω από τα κορμάκια των κοιμισμένων παιδιών πάει και χώνεται κάτω από τον νεροχύτη. Τότε οι νεροχύτες ήταν τσιμεντένιες πλάκες με γούρνα χωρίς ντουλάπι από κάτω και οι νοικοκυρές κρέμαγαν μπροστά μία υφασμάτινη κουρτίνα. Εκεί, πίσω από αυτή την κουρτίνα κρύφτηκε ο φυγάς.

Οι χωροφύλακες, που τον είδαν να μπαίνει στο ξένο σπίτι από την ορθάνοικτη πόρτα, χωρίς να διστάσουν καθόλου άρχισαν να πυροβολούν προς το μέρος του. Τέλος εισέβαλαν και αυτοί στο σπίτι και τον συνέλαβαν. Για την ιστορία του θέματος ο γείτονας πήγε φυλακή και μετά εξορία.

Το φως του ήλιου αποκάλυψε στην ήδη αγανακτισμένη από το γεγονός μάνα Δέσποινα το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεξαν στα καλά καθούμενα τα παιδιά της. Μία από τις σφαίρες είχε σφηνωθεί στο εξωτερικό σκαλί της ανοικτής πόρτας δηλαδή λίγο πιο κάτω από τα κεφαλάκια των παιδιών της. Άρα οι χωροφύλακες δεν πυροβολούσαν στον αέρα αλλά στο «ψαχνό» χωρίς να ενδιαφέρονται για τις ζωές που θα θέριζαν.

Η αντίδρασή της ήταν άμεση. Φεύγει από το σπίτι αποφασισμένη να μη λογαριάσει κινδύνους και συνέπειες σε μία τόσο έκρυθμη κατάσταση, όπου μόνο ο φόβος κυριαρχούσε και πάει κατευθείαν στην χωροφυλακή. Εκεί πραγματικά τους έκανε «σκουπίδι». Οι χωροφύλακες δεν τόλμησαν να αντιπαραβάλουν επιχειρήματα ή να αντιδράσουν στον οργισμένο, χειμαρρώδη λόγο της με τα ανελέητα αλλά τόσο δικαιολογημένα «κατηγορώ» της.

Μετά τον εμφύλιο ο Σεραφείμ, που θα ήταν τότε έξη χρονών, μαζί με άλλα παιδιά πήγαιναν καθημερινά και τρώγανε σε συσσίτιο του ΠΙΚΠΑ στο 1ο Δημοτικό σχολείο δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων.

ΟΜΑΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ

Ο Σεραφείμ με τα αδέλφια του μεγάλωναν στο προσφυγικό σπίτι και στις γειτονιές πάνω στο ύψωμα της Σαφράμπολης., κοντά στην δεξαμενή που τροφοδοτούσε με νερό την πόλη. Κάτω από το ύψωμα αυτό ήταν η Ελευθερούπολη.

Για τα παιδιά τότε τα σπίτια ήταν καταλύματα για ανάπαυλα από το διαρκές υπαίθριο παιχνίδι στις γειτονιές και στις αλάνες. Μπορεί τα απαραίτητα αγαθά να ήταν λίγα, όπως τροφή, ένδυση, θέρμανση, όμως υπήρχαν άφθονοι ελεύθεροι χώροι που είναι επίσης απαραίτητοι κυρίως στα παιδιά. Αν και αδιαμόρφωτοι αυτοί οι ελεύθεροι χώροι έδιναν αέρα ελευθερίας και δυνατότητες δράσης στους μικρούς, που πολλές φορές, μακριά από τα μάτια των μεγάλων, ακροβατούσαν επικίνδυνα ή προκαλούσαν τον κίνδυνο για να αυξήσουν τις συγκινήσεις του παιχνιδιού. Παιχνίδι δηλαδή χωρίς όρους και όρια.

Ένα τέτοιο παιχνίδι ήταν ο πετροπόλεμος ανάμεσα στις παιδικές ομάδες της Σαφράμπολης και της Ελευθερούπολης. Η Σαμφράμπολη πάνω στο ύψωμα είχε στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των εχθρών. Έτσι οι πέτρες που έριχναν οι Σαφραμπολίτες μπόμπιρες με τον μικρό Σεραφείμ ανάμεσά τους, έφταναν μέχρι τις αυλές των σπιτιών των ελευθερουπολιτών και ακόμα πιο πέρα μέχρι το αντλιοστάσιο που βρισκόταν περίπου κάτω από το σημερινό ΙΚΑ. Στο στρατόπεδο όμως των αντιπάλων έμενε ένας αγριάνθρωπος στην όψη και στο φέρσιμο που αν και αστείος στα μάτια των παιδιών, δεν αστειευόταν Είχε παχιά μουστάκια και φόραγε πάντα βράκα και μπότες. Είχε και μια πιστόλα. Όταν οι πέτρες από τον πετροπόλεμο των παιδιών έφταναν στην αυλή του, έβγαινε με την πιστόλα του και τα κυνήγαγε πυροβολώντας στον αέρα.

Ένα ρέμα χώριζε τις δύο αυτές περιοχές της Νέας Ιωνίας και μία γέφυρα πάνω στο ρέμα τις ένωνε. Η γέφυρα αυτή που ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία «Άγιος Στέφανος υπάρχει και σήμερα, αλλά το ρέμα έγινε δρόμος. Στα σιδερένια κάγκελα αυτής της γέφυρας τα παιδιά έκαναν ισορροπία. Περπατούσαν δηλαδή στην κουπαστή ζυγίζοντας το κορμί τους με ευλυγισία και επιδεξιότητα, ώστε να διατηρούνται πάνω στα κάγκελα όρθια.

Όταν το ρέμα από την βροχή φούσκωνε τα νερά έφταναν πάνω από την γέφυρα. Λίγο πιο κάτω δίπλα στο ρέμα ήταν το «σαπουνάδικο», όπως έλεγαν το εργοστάσιο παρασκευής σαπουνιού. Από εκεί τα φουσκωμένα νερά παράσερναν στο διάβα τους βαρέλια, λαμαρίνες και ό,τι άλλο εύρισκαν στοιβαγμένο ή διάσπαρτο στον γύρω χώρο.

Ακόμα πιο πέρα υπήρχαν ερείπια ξεχαρβαλωμένων γραμμών τραίνου σε χορταριασμένο τοπίο. Δεν είχε επεκταθεί στην περιοχή ακόμα ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος και η γραμμή του ατμοκίνητου τραίνου, του «ΘΗΡΙΟΥ», που περνούσε από εκεί είχε καταργηθεί. Το «ΘΗΡΙΟ» συνέδεε την Κηφισιά με την Πλατεία Αττικής.

Το 1938 σταμάτησε η λειτουργία του για να ενωθεί η γραμμή με το ηλεκτροκίνητο τραίνο που πήγαινε τότε Αθήνα – Πειραιά. Τα έργα όμως λόγω της κρίσιμης περιόδου δεν ολοκληρώθηκαν. Ξανάρχισαν το 1950 και συνεχίστηκαν σταδιακά μέχρι το 1957, οπότε λειτούργησε πλέον ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Κηφισιά – Πειραιάς. Μέχρι τότε οι εγκαταλειμμένες σιδερένιες ράγες του «ΘΗΡΙΟΥ» ήταν η χαρά των παιδιών. Έπαιζαν είτε κάνοντας ισορροπία πάνω τους, είτε πηδώντας από ξύλο σε ξύλο στα δοκάρια που υπήρχαν κατά ισομερή διαστήματα κάθετα στις παράλληλες ράγες.

Όταν έκανε πολύ ζέστη, παρέες από τολμηρά παιδιά, μαζί φυσικά και ο Σεραφείμ, ξεκινούσαν από την Σαφράμπολη κρυφά από τους γονείς τους και πήγαιναν με τα πόδια μέχρι την περιοχή Μάρμαρα, που είναι πέρα από την σημερινή Εθνική Οδό, όπου υπήρχαν τρεχούμενα νερά. Εκεί έκαναν μπάνιο στις φυσικές γούρνες που σχημάτιζε το έδαφος. Μετά σοφίζονταν διάφορες δικαιολογίες για την αργοπορία τους.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ -

ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ

Μαζί με την φτώχια εκείνης της εποχής πήγαινε παρέα και η ψείρα. Την φτώχια προσπαθούσαν να μη την σκέφτονται, να την προσπερνούν. Η ψείρα όμως κάνει αισθητή την ενοχλητική παρουσία της επάνω στα θύματά της. Για να ξεψειριάσουν τα παιδιά τους οι μητέρες κατέφευγαν στα κοινά λουτρά τα λεγόμενα χαμάμ. Στα χαμάμ βέβαια πήγαιναν τότε όλοι για να χαλαρώσουν από τον ατμό και να πλυθούν καλά με το άφθονο ζεστό νερό, δεδομένου ότι στα σπίτια όχι μόνο δεν υπήρχε υποδομή μπάνιου αλλά ούτε και παροχή νερού σε διαρκή βάση. Στην Σαφράμπολη χαμάμ υπήρχαν εκεί που είναι η πυροσβεστική, ενώ στην Νέα Ιωνία λειτουργούσαν τα λουτρά «ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ» που ήταν πιο κάτω από τον Τροχονόμο αριστερά προς την Φιλαδέλφεια και «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» που ήταν πιο πάνω από τον τροχονόμο σε πάροδο της Ηρακλείου.

Δίπλα στα λουτρά στην Σαφράμπολη υπήρχαν παράγκες. Σε μία από αυτές στεγαζόταν το σχολείο. Στις άλλες έμεναν πρόσφυγες. Παράγκες με πρόσφυγες υπήρχαν και στην περιοχή του εργοστασίου του Κιρκίνη. Σιγά-σιγά όμως κτίζονταν προσφυγικά σπίτια και ο κόσμος έφευγε από τις παράγκες.

Πολλές φορές συνήθως σε γιορτές οι οικογένειες πήγαιναν με τα φαγητά τους να φάνε στην ύπαιθρο. Για την περιοχή της Σαφράμπολης ιδανικός κοντινός χώρος γι αυτά τα λεγόμενα «πικνίκ» ήταν στην Νεάπολη, εκεί που είναι τα πέτρινα σπίτια της «Βασιλίσσης» όπως τα έλεγαν επειδή φτιάχτηκαν με πρωτοβουλία της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης. Πριν να γίνουν τα σπίτια αυτά η περιοχή ήταν γεμάτη πεύκα.. Κάτω από αυτά τα πεύκα ανήμερα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής που γιόρταζε η Καλογρέζα, έστρωνε η μάνα του Σεραφείμ η Δέσποινα μια κουρελού και άπλωνε επάνω και στην μέση κεφτεδάκια, που είχε φτιάξει την προηγούμενη μέρα, αλλά και ψωμί, τυρί και άλλα στερεά τρόφιμα και γύρω-γύρω καθόταν και έτρωγε όλη η οικογένεια. Λίγα μέτρα από την κουρελού τους έκαναν το ίδιο και άλλες παρέες

Στα εγκαίνια αυτών των πέτρινων σπιτιών ήρθε ο τότε βασιλιάς Παύλος με την Φρειδερίκη. Μαζί τους φέρανε και κατοίκους από τον Ταύρο που κρίθηκαν δικαιούχοι των σπιτιών.

Παράλληλα με τα πέτρινα σπίτια κτίστηκε και το πέτρινο σχολείο και δίπλα του το πέτρινο ορφανοτροφείο Νεαπόλεως Όταν λειτούργησε το πέτρινο σχολείο ο Σεραφείμ μεταφέρθηκε από το σχολείο της παράγκας σε αυτό. Αφού τέλειωσε το Δημοτικό πήγε σε Νυχτερινό στην Αθήνα.

Ο χώρος του γηπέδου της Νέας Ιωνίας καθιερώθηκε σαν χώρος ποδοσφαίρου από τον Σεραφείμ και την παρέα του. Παλαιότερα το έδαφος εκεί είχε πάθει καθίζηση. Ήταν μία παράξενη καθίζηση γιατί έκατσαν τμήματα του εδάφους ενώ παρέμειναν όρθιες κάποιες χωματοκολώνες. Οι παλιοί λέγανε τότε ότι σε εκείνη την περιοχή ήταν η σπηλιά του δράκου της Καλογρέζας και ότι γι αυτό το υπέδαφος ήταν όλο στοές. Κάποια στιγμή από την διάβρωση το χώμα πάνω από τα υπόγεια κενά των στοών κατέρρευσε.

Ο «δράκος της Καλογρέζας», παρότι έχει μείνει σαν θρύλος, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο με διαταραγμένη προσωπικότητα που κακοποιούσε και σκότωνε μικρά παιδιά. Ήταν μικρασιάτης πρόσφυγας, αλλά λόγω της παθολογικής ιδιομορφίας δεν είχε οικογενειακή εστία. Για διαστήματα έμενε έγκλειστος σε ψυχιατρικά ιδρύματα και όποτε έπαιρνε εξιτήριο περιπλανιόταν και δρούσε γύρω από την περιοχή της Καλογρέζας. Εκεί σε μια σπηλιά το 1936 βρέθηκε το πτώμα ενός πεντάχρονου κοριτσιού που αναζητούσε ο πατέρας του και σε αποσύνθεση το πτώμα ενός αγοριού. Ο δράστης ομολόγησε τα δύο εγκλήματα, αλλά εικάζεται ότι πρέπει να είχε διαπράξει και άλλα. Τα μικρά θύματά του τα παρέσυρε στην σπηλιά με δόλωμα καραμέλες, γι αυτό μετά για χρόνια όλα τα παιδιά μεγάλωναν με την συμβουλή να μην ακολουθήσουν ποτέ κάποιον που θα τους τάξει καραμέλες.

Στον χώρο που το έδαφος «έκατσε» ο Δήμαρχος Κιοφτερτζής αποφάσισε να θάβονται τα σκουπίδια του Δήμου. Έριχναν τα σκουπίδια στους λάκκους που δημιούργησε η καθίζηση και από πάνω κατά διαστήματα τα σκέπαζαν με χώμα. Έτσι με τα αλλεπάλληλα στρώματα από σκουπίδια και χώμα έγινε μια αλάνα. Πάνω σε αυτή την αλάνα γύρω στα 1950 άρχισε η πρώτη φίλαθλη ομάδα πιτσιρίκων με τον Σεραφείμ μέλος της να παίζει σοβαρό ποδόσφαιρο, όσο βέβαια θα μπορούσαν να το κάνουν σοβαρό οι συνθήκες. Για δοκάρια έμπηξαν καντρόνια οικοδομών και για μπάλα γέμισαν μία γυναικεία κάλτσα με κουρέλια.

Φώναζε τότε η Δέσποινα στον Σεραφείμ και στους άλλους της γιούς, όπως και οι μάνες των υπολοίπων:

-«Βρε κακό χρόνο νάχετε. Θα χαλάσετε τα παπούτσια με το ποδόσφαιρο»

Δεν «έβγαιναν» οικονομικά τότε οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί παρά μόνο για στοιχειώδη ένδυση, γι αυτό και πρόσεχαν ώστε τα ρούχα να έχουν διάρκεια.

Επί χούντας πήρε το γήπεδο η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Με την συνένωση των αθλητικών σωματίων ποδοσφαίρου της ευρύτερης περιοχής δημιουργήθηκε ένα πολύ ισχυρό σωματείο με το όνομα «ΙΚΑΡΟΣ» και με έδρα το γήπεδο αυτό.

ΑΛΛΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕ ΤΗΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ

Στα δεκατρία του χρόνια ο Σεραφείμ προκάλεσε άθελά του άλλο ένα περιστατικό που δείχνει τον δυναμισμό της μητέρας του Δέσποινας.

Ένα απογευματάκι δανείστηκε το ποδήλατο του γείτονά του για να κάνει μια βόλτα. Τον βρήκε όμως το σούρουπο στον δρόμο και τον σταματάει ένας τροχονόμος γνωστός τότε στην περιοχή για τον υπερβάλλοντα ζήλο του και την προσήλωσή του σε ένα αμφιλεγόμενο καθήκον ποτισμένο από ισχυρή δόση αλαζονείας και υπεροψίας, όπως δυστυχώς πολλοί αξιωματούχοι κάνουν διαχρονικά.

-«Για έλα εδώ εσύ» λέει ο τροχονόμος στο αγόρι με ύφος απόλυτου κυρίαρχου.

-«Γιατί; Τι συμβαίνει;» ρωτάει έκπληκτος ο Σεραφείμ.

-«Γιατί δεν έχεις φώτα στο ποδήλατο;»

-«Τι φώτα να έχω; Που ξέρω εγώ;»

-«Στο αυτόφωρο λοιπόν. Μπρος, πάμε τώρα αμέσως»

Φουσκωμένος από υπερηφάνεια για την επιτυχία του ο τροχονόμος οδηγεί το ανήλικο θήραμά του στο αυτόφωρο που ήταν στο Πρωτοδικείο, κοντά στο κινηματογράφο «ΙΩΝΙΑ».

Αφού είπε ο δικαστής ένα σωρό ακατάληπτες για τον μικρό κατηγορούμενο ορολογίες καταλήγει:

-«Τιμωρείσαι με τριακόσιες μεταλλικές»

-«Τι τριακόσιες μεταλλικές;» μονολογεί ο Σεραφείμ «Τι είναι τώρα αυτό που είπε ο δικαστής; Εγώ δεν έχω και δεν ξέρω τίποτα.»

Χωρίς κουβέντα ο τροχονόμος, ξέροντας καλά την αδυναμία του μικρού να καταλάβει και να ανταποκριθεί στις καταστάσεις, ξαναπαίρνει τον μικρό και τον πάει κατευθείαν στην Ασφάλεια, που τότε ήταν ένα πλίθινο κεραμιδόσπιτο στην Λεωφόρο Ηρακλείου απέναντι από τον σημερινό ΟΤΕ. Εκεί τον κλειδώνουν μόνο του στο κρατητήριο που ήταν στο υπόγειο του κτηρίου

Μέσα στο σκοτεινό μπουντρούμι ο Σεραφείμ προσπαθεί να μην καταληφθεί από πανικό. Προσπαθεί να βρει ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία.

-«Αφήστε με τουλάχιστον να πάρω ένα τηλέφωνο να ειδοποιήσω τους γονείς μου.» φωνάζει στους δεσμώτες του.

Με χίλια παρακάλια τελικά του έδωσαν αυτή την δυνατότητα αλλά στο σπίτι του δεν είχαν τηλέφωνο. Έτσι πήρε τηλέφωνο στο μπακάλικο της γειτονιάς . Ο μπακάλης ο κυρ- Χρήστος ήταν από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που μιλούσαν «αούτικα»:

-«Ντι τέλει μπαιντί μου Σεραφείμ¨;»

Ο Σεραφείμ του εξηγεί τι συνέβη.

-«Αμάν αμάν τζιέρι μου. Αμαν γιαβρί μου ντι έπαθε!!! Και ντι τέλει τώρα;»

-«Τίποτα κυρ-Χρήστο. Μόνο να ειδοποιήσεις την μάνα μου να έρθει να με πάρει από εδώ»

-«Κλείσε τελέφωνο. Τα παένω»

Ο κυρ Χρίστος με αυτό το μπακαλικάκι της γειτονιάς μόρφωσε τα παιδιά του τα οποία στην συνέχεια πήγαν για επιπλέον σπουδές στην Αμερική. Ο γιός του γύρισε στην Ελλάδα πυρηνικός επιστήμονας, αλλά όταν πήγε στον Δημόκριτο και άκουσε πόσος θα ήταν ο μισθός του μούντζωσε τον εαυτό του και ξανάφυγε.

Ο καλός γείτονας έδρασε γρήγορα και σε λίγη ώρα η μάνα του Σεραφείμ, η Δέσποινα, κατέφτασε στη χωροφυλακή εξαγριωμένη:

-«Καλά δεν ντρέπεστε να σέρνετε σε δίκες και να κλείσετε εδώ μέσα ένα δεκατριάχρονο;» άρχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση «Τι θα αποκομίσει το παιδί με όλα αυτά; Τι θα αποκομίσει από εδώ μέσα; Δώστε μου το παιδί μου αμέσως τώρα»

Έφεραν το παιδί αλλά ζητούσαν τις τριακόσιες μεταλλικές.

-«Τι; Δεν μας παρατάτε. Αφήστε μας στην φτώχεια μας. Αφήστε μας στην ησυχία μας. Δεν έχω να σας δώσω ούτε μεταλλικές, ούτε χάρτινες» και τραβώντας στην αγκαλιά της το παιδί της έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς καν να γυρίσει να τους κοιτάξει.

Το πριν από χρόνια αθώο και ευαίσθητο μικρό κορίτσι, η Δέσποινα, είχε από την ζωή μεταμορφωθεί σε ύαινα, αλλά μόνο στις εξωτερικές αντιδράσεις και μόνο σε όσους συνθέτουν την ζούγκλα των κοινωνιών. Μέσα της είχε παραμείνει γλυκιά, πράα, συναισθηματική και έδινε απλόχερα αγάπη στο περιβάλλον της και στοργή στα παιδιά της.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

Μεγαλώνοντας ο Σεραφείμ φρόντισε να βρει μια δουλειά να βοηθήσει και τους γονείς του. Η πρώτη του δουλειά ήταν κουλουράς, όπως κάποτε ο πατέρας του. Πήγαινε ακόμα σχολείο γι αυτό και δούλευε μόνο στις διακοπές του σχολείου. Τα κουλούρια, κάτι ωραία Θεσσαλονικιώτικα, τα έπαιρνε από την στοά Πετμεζάκη στην Λεωφόρο Ηρακλείου και τα πουλούσε σε συγκεκριμένους πελάτες.

Μετά έπιασε δουλειά σε παντοφλάδικο στα παραγκάκια που υπήρχαν στον ύψος του Τροχονόμου. Τα αφεντικά ήταν δύο συνεταίροι. Πάνω στο πατάρι της παράγκας έφτιαχναν τις παντόφλες και κάτω τις πουλούσαν. Κατά διαστήματα κρέμαγαν παντόφλες σε βέργες και με τις βέργες αυτές στους ώμους γυρνούσαν στους δρόμους προκειμένου να τις πουλήσουν σε Νέα Ιωνία, Καλογρέζα, Σαφράμπολη, Ελευθερούπολη κ.λ.π. φωνάζοντας:

-«Παντόφλες. Ο Παντοφλαααααάςςςςςς»

Ο Σεραφείμ τους βοηθούσε παντού, μόνο που ντρεπόταν να φωνάξει την πραμάτεια ή το «παντοφλααααάςςςς». Δεν ταίριαζε πολύ με τον χαρακτήρα του η δουλειά αυτή αλλά ούτε και η συμπεριφορά του ενός συνεταίρου και έτσι βρήκε άλλη δουλειά στα Εξάρχεια σε κατάστημα με είδη κυνηγίου.

Ιδιοκτήτης του καταστήματος ήταν ένας Αρμένης, που τον έλεγαν Αγκόπ, με τον οποίο είχε δοσοληψίες από καιρό ο Σεραφείμ, μέσω της γιαγιάς του Η γιαγιά του Σεραφείμ, που έμενε απέναντί τους, έπλεκε για βιοποριστικούς λόγους φιλέδες για τους κυνηγητικούς σάκους και δίχτυα ψαρέματος. Καθόταν στην καρεκλίτσα της και έδενε στο ξύλο της ράχης της καρέκλας την πρώτη θηλιά. Δίπλα της είχε κομμάτια από καλάμια διαφόρου πάχους: λεπτά, χοντρά μεσαία κλπ. Τα καλάμια αυτά τα χρησιμοποιούσε για καλούπι αναλόγως του μεγέθους του ανοίγματος του φιλέ ή του διχτυού που ήθελε να φτιάξει. Όλη η μαεστρία στην κατασκευή ήταν στα επιδέξια χέρια της γιαγιάς αλλά όλο το μυστικό ήταν οι κόμποι. Είχε δείξει στον εγγονό της τον Σεραφείμ τον τρόπο που έδενε τους κόμπους αλλά ό,τι δεν χρησιμοποιεί ο άνθρωπος ξεχνιέται. Κράτησε μόνο ο Σεραφείμ ενθύμιο τα καλάμια και τις σαΐτες που περνούσε από μέσα το νήμα και σήμερα τα έχει σε βιτρίνα στον Χορευτικό Όμιλο Ηρακλείου «ΕΙΡΗΝΗ» τον οποίο ίδρυσε ο ίδιος με την γυναίκα του περίπου το 1980. Ο Σεραφείμ βοηθούσε την γιαγιά του στην μεταφορά και παράδοση των παραγγελιών στους πελάτες. Ένας πελάτης ήταν και ο Αγκόπ, ο οποίος εκτίμησε και συμπάθησε τον νεαρό Σεραφείμ που του πήγαινε τους φιλέδες για τους κυνηγετικούς σάκους και του πρότεινε δουλειά.

Άλλες δουλειές κατά καιρούς που έκανε ο Σεραφείμ ήταν σε φαναρτζίδικο αυτοκινήτων και πηλοφόρι σε οικοδομές παρέα με τον πατέρα του.

Όπου πάντως και να δούλευε, ήταν συστηματικά παρών κάθε Σαββατοκύριακο στα νυφοπάζαρα της Λεωφόρου Ηρακλείου της Νέας Ιωνίας.

Ο ΦΤΕΡΩΤΟΣ ΘΕΟΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

Στην εκπαίδευση ο Σεραφείμ ακολούθησε την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, οπότε κάποια στιγμή άρχισε να εξασκεί επαγγελματικά την ειδικότητά του.

Όταν τον βρήκε και τον λάβωσε ο φτερωτός θεός του έρωτα, η οικογένειά του δεν είχε ορθοποδήσει ακόμα οικονομικά. Έτσι στην ανακοίνωση του Σεραφείμ προς τους γονείς του για την απόφασή του να αρραβωνιαστεί η αντίδραση του πατέρα ήταν άμεση και σκληρή:

-«Μπαμπά θέλω να αρραβωνιαστώ.»

-«Έτσι όπως τά κανες, πήγαινε κόψε τον λαιμό σου.»

Πήγε πράγματι ο Σεραφείμ, όχι όμως για να αγοράσει μαχαίρι να κόψει τον λαιμό του , αλλά βέρες.

Με τις βέρες στο χέρι κτυπάει για πρώτη φορά μέχρι τότε την πόρτα της αγαπημένης του, η οποία έμενε με την γιαγιά της. Του ανοίγει η γιαγιά και τον κοιτάει με απορία, χωρίς να μπορεί να φανταστεί τι να θέλει:

-«Γιαγιά»λέει ο Σεραφείμ προχωρώντας άνετα στο εσωτερικό του σπιτιού «Κατέβασε την εικόνα, φέρε και ένα καρβέλι ψωμί κατά το έθιμο για να ευλογήσεις τις βέρες μας. Αρραβωνιάζομαι με την εγγονή σου»

-«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα παιδί μου. Οι γονείς σου; Τι θα πουν οι γονείς σου.»

-«Γιατί γιαγιά; Εγώ αποφασίζω.»

Βλέποντας η γιαγιά την επιμονή του και καταλαβαίνοντας ότι πουθενά και κανένας δεν θα τον σταματούσε στην απόφασή του υποχώρησε.

Με την βέρα περασμένη στο χέρι του ο Σεραφείμ πάει κατευθείαν στην μητέρα του και την χαιρετάει ναζιστικά σηκώνοντας το αριστερό χέρι για να φανεί το χρυσό σύμβολο της εθελούσιας δέσμευσης:

-«Χάι Χίτλερ» της λέει

-«Τι είναι αυτό στο χέρι σου;»

-«Πήγα και έκοψα τον λαιμό μου όπως μου είπατε.»

-«Βγάλτο γρήγορα από πάνω σου. Την Πέμπτη θα κάνουμε τον αρραβώνα.»

Την Πέμπτη έγινε τρικούβερτο γλέντι, γιατί ο Σεραφείμ «θέλησε» και «αποφάσισε» να αρραβωνιαστεί και η μάνα του η Δέσποινα «θέλησε» και «αποφάσισε» να το εγκρίνει.

«Θέληση» και «Αποφασιστικότητα». Δύο χαλύβδινα, ισχυρότατα χαρακτηριστικά που μαζί με ελπίδες, αρχές, αισθήματα και ιδανικά τα έφερε η Δέσποινα από τον Πόντο, μέσα στο νοητό κουβαδάκι της και τα έδωσε κληρονομιά στα παιδιά της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από μικρή η Δέσποινα γνώρισε την σκληρότητα, τον όλεθρο και την καταστροφή. Είδε την φθορά και την ματαιότητα των υλικών αγαθών. Γιαυτό και όταν αποφάσισε να ζήσει έβγαλε την υλική τροφή από το κουβαδάκι της και το γέμισε ηθικές αξίες που αιώνες διατηρούσαν στην Ανατολία οι Έλληνες, να τις σώσει, να τις μεταφέρει και να τις μεταγγίσει στους απογόνους της. Κάτω- κάτω στο κουβαδάκι έβαλε αισθήματα όπως αγάπη, τρυφερότητα, στοργή, για να ακουμπήσουν επάνω τους τα ιδανικά να μη σπάσουν στο δύσβατο δρόμο της, όπως πίστη, πατρίδα, οικογένεια. Μετά το ξεχείλισε με χαρίσματα, όπως θέληση, αποφασιστικότητα, μαχητικότητα, δυναμισμό, πείσμα, ήθος, αυτοθυσία, αυταπάρνηση, δικαιοσύνη. Τέλος όλα τα σκέπασε με το πέπλο της ελπίδας, ελπίδα για ζωή, για συνέχεια της ζωής, για ποιότητα της ζωής.

Η Δέσποινα είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του Ελληνισμού του Πόντου και γενικά της Ανατολίας. Όσοι Έλληνες τότε κατάφεραν να επιζήσουν της γενοκτονίας μετέφεραν τις ιδέες και τις αρχές των προγόνων τους για να τις δώσουν κληρονομιά στα παιδιά τους και να τις μεταλαμπαδεύσουν στους Ελλαδίτες.

Βούλα Αραμπατζόγλου Τουζοπούλου

Χημικός Πανεπ/μίου Αθηνών

Εκτύπωση Αποστολή

Επιστροφή στην αρχική σελίδα

Βούλα Αραμπατζόγλου - Τουζοπούλου: Ένα κουβαδάκι ελπίδα -Η ιστορία της Νεο-Ιωνιώτισας Δέσποινας Φωτιάδου Τσάκωνα, που ήρθε από την Σαμψούντα με τους διωγμούς του 1922

Χρόνος που έχετε στη διαθέσή σας για σχολιασμό του άρθρου:

Σχολιασμός άρθρου:

Όνομα, E-mail ή Ψευδώνυμο: (μέχρι 40 χαρακτήρες)

*Σχόλιο: (Υποχρεωτικό, τουλάχιστον 5 χαρακτήρες)

Διάβασα και αποδέχομαι τους όρους δημοσίευσης σχολίων: